Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Ὁ θάνατος τοῦ "χαφιέ". Ἀπὸ τὸ βιβλίο Σχεδὸν ἅγιοι, πνευματικές ἀφηγήσεις ἀπὸ τὴ Ρωσία τοῦ χθὲς καὶ τοῦ σήμερα τοῦ π. Τύχωνος Σεβκούνωφ

Τα πρόθυρα του θανάτου είναι μια τρομερή και μυστηριώδης ώρα στη ζωή του ανθρώπου. Σε κάποιους, όπως στον Σέργιο Φιοντόροβιτς Μπονταρτσούκ, αρχίζει να σβήνει το όριο μεταξύ του δικού μας και του άλλου κόσμου. Όμως, άνθρωποι που έζησαν ασκητική ζωή, λαμβάνουν μερικές φορές από τον Θεό όραση, απρόσιτη γι’ αυτούς προηγουμένως.
Στη Μονή των Σπηλαίων του Πσκωφ ζούσε ένας πολύ ηλικιωμένος μεγαλόσχημος μοναχός, ο π. Κυπριανός. Δεν τον ξεχώριζε τίποτα ιδιαίτερο. Είχε έρθει στο μοναστήρι σε προ-χωρημένη πια ηλικία και, όπως φαινόταν, περνούσε αφανώς τον μοναχικό βίο του. Μάλιστα υπήρχε μια δυσάρεστη υποψία: τον υποπτεύονταν ότι κατέδιδε την αδελφότητα στον προεστώτα. Αν αυτό ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, δεν ξέρω. Ίσως κάποιος να είχε βάσιμα στοιχεία για να σκέφτεται έτσι, αλλά μπορεί και να εμφανίστηκαν οι φήμες λόγω του ότι ο Κυπριανός τριγυρνούσε μονίμως στο μοναστήρι σέρνοντας τα πόδια σκυφτός και μπορούσε να βρεθεί αναπάντεχα μια εδώ και μια εκεί. Εν πάση περιπτώσει κάποιοι ευθέως τον αποκαλούσαν χαφιέ. Ο ίδιος ο π. Κυπριανός το αντιμετώπιζε αυτό τελείως καλόψυχα.
Λίγο πριν το τέλος του αρχίσαμε να παρατηρούμε πάνω του εκπληκτικά πράγματα.
Κάποτε ο προεστώς
είχε φύγει από το πρωί σε δουλειές. Εγώ είχα τοποθετηθεί να διακονώ στην πλατεία της Κοιμήσεως. Στις υποχρεώσεις μου συμπεριλαμβανόταν το να ανοίγω χωρίς αργοπορία τη μικρή πόρτα στα αυτοκήνιτα που έρχονταν. Αλλά κατά κανόνα μόνο ένα αμάξι μπορούσε να έρθει στην πλατεία της Κοιμήσεως, αυτό του προεστώτα. Αν ο διακονητής αργούσε να πάει στην πόρτα και ο προεστώς αναγκαζόταν να περιμένει, η επίθεση ήταν αναπόφευκτη.
Όμως εκείνη τη φορά, επειδή ήξερα ότι ο προεστώς είχε φύγει για το Πσκωφ, αποφάσισα να πάω στο βουστάσιο, όπου έκανε το διακόνημά του ο φίλος μου Σέργιος Γκορόχοφ. Καθόμασταν στον ήλιο και συζητούσαμε κάτι με ενδοιασμό, ενώ πέρασε μπροστά μας ο π. Κυπριανός με το συρτό του βήμα στηριγμένος σε ραβδί. Όταν μας έφτασε, σταμάτησε ξαφνικά και απευθυνόμενος σ’ εμένα φώναξε:
«Ε, Γεώργιε, τρέχα γρήγορα να ανοίξεις την πόρτα! Ο προεστώς επιστρέφει, θα φας κατσάδα!».
Εγώ με τον Σέργιο κοιταχτήκαμε δύσπιστα. Τι λέει αυτός; Ο προεστώς δεν έχει πολλή ώρα που έφυγε – δεν έχει καν προλάβει να φτάσει στο Πσκωφ. Κανένα σημάδι ότι πλησιάζει αυτοκίνητο δεν υπήρχε.
«Τρέχα, τρέχα, γιατί θα τ’ ακούσεις!», φώναξε πάλι ο π. Κυπριανός και κούνησε και το μπαστούνι του.
Αν και δεν τον είχα πιστέψει, θεώρησα καλό να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και κίνησα αργά-αργά για το πόστο μου στην πλατεία τής Κοιμήσεως.
Πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξή μου, όταν πίσω μου άκουσα ξαφνικά τον γνωστό ήχο του κλάξον! Δεν υπήρχε αμφιβολία: το αμάξι του προεστώτα είχε φτάσει στις κατω πύλες της μονής και σε λιγότερο από ένα λεπτό θα βρισκόταν στην πλατεία τής Κοιμήσεως. Προφανώς ο προεστώς για κάποιο λόγο επέστρεφε εσπευσμένα. Άρχισα να τρέχω και μόλις πρόφτασα να αφήσω το αμάξι να περάσει την πόρτα.
Το βράδυ λογομαχούσαμε στο κελί των δοκίμων, για το πώς μπορούσε ο π. Κυπριανός να ξέρει για την επιστροφή του αυτοκινήτου του προεστώτα, δεδομένου ότι την ώρα που με προειδοποιούσε, το αμάξι ήταν γύρω στα δύο χιλιόμετρα μακριά από το μοναστήρι. Οι φίλοι μου θυμήθηκαν ότι κι εκείνοι είχαν αρχίσει να παρατηρούν παρομοίου είδους ιδιορρυθμίες στον π. Κυπριανό.
Σύντομα ο μεγαλόσχημος εκείνος μοναχός κρεβατώθηκε και πήγαμε να τον επισκεφθούμε στην νοσοκομειακή πτέρυγα Λαζάρεφσκι. Για να πούμε την αλήθεια, περιμέναμε ότι αφού έγινε διορατικύς, θα μας έλεγε κάτι ιδιαίτερα σοφό και σημαντικό. Αλλά ο π. Κυπριανός, κοιτάζοντάς μας με τα αγαθά μάτια τού ανθρώπου που σβήνει, χαμογελούσε μόνο και επαναλάμβανε:

«Ο Κύριος να σας ευλογεί, παιδάκια μου!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

αποψεις...

Λαογραφικό Μουσείο