Το δυναμικό αυτό τρίπτυχο (πίστη, προσευχή, νηστεία), είναι κάτι που δεν ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας σήμερα. Απαιτεί προϋποθέσεις που δεν είμαστε διατεθειμένοι να παράσχουμε. Κατ’ αρχήν ο άνθρωπος δεν ικανοποιείται με την πίστη. Θέλει βεβαιότητες ατράνταχτες, σιγουριά ψηλαφητή για το καθετί. Αγκιστρώνεται πιο πολύ στη λογική του, δέχεται συνήθως μόνο ό,τι αυτή μπορεί να επεξηγήσει.
Πραγματικότητες πέραν της λογικής, όπως ο Θεός, γίνονται αποδεκτές με αγνωστικισμό, μια και δεν υπάρχουν γι’ αυτές λογικές, δηλαδή αναντίρρητες, αποδείξεις. Δεν επιστρατεύεται η πίστη πουθενά. Εφαρμόζεται ο κανόνας, «για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε, καλύτερα να μένουμε σιωπηλοί». Η λογική αποθεώνεται, η πίστη περιφρονείται.
Η προσευχή προϋποθέτει μετατόπιση του κέντρου από τον άνθρωπο στον Θεό. Έρχεται μετά την πίστη, αλλά θέλει επιπλέον και κόπο. Δεν είναι μόνο να ψελλίσουμε κάποια λόγια στον Θεό. Είναι να μεταβάλουμε τη ζωή μας ολόκληρη σε προσευχή αδιάλειπτη. Σε μια σχέση ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Θεό για όλα. Κάτι, που θα μπορούσε να προκύψει και να κρατηθεί σε αδιάπτωτη ένταση μόνο από μια βαθειά αγάπη, έναν μανικό έρωτα για τον Θεό, που θα υποσκέλιζε κάθε έρωτα για καθετί κοσμικό. Που θα μετέθετε την επιθυμία μας στο «όντως εφετόν», στο μόνο που πραγματικά αξίζει ν’ αγαπηθεί, που θα έβλεπε το παν, την απόλυτη χαρά στον Χριστό.







.png)










