Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή.
… Μη νομίσεις πως έχω να σου πω κάτι μεγάλο. Ένας φτωχός μοναχός είμαι. Μα όταν ένας άνθρωπος περνά τόσο βαριά δοκιμασία, καμιά φορά δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζεται μόνο να αισθανθεί πως κάποιος τον θυμάται ενώπιον του Θεού και παρακαλεί την Παναγία να τον σκεπάζει.
Τώρα, παιδί μου, να μη βασανίζεις τον νου σου με πολλούς λογισμούς. Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή. Έρχονται σαν τη μύγα στην πληγή και δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Να τους αφήνεις να περνούν και να λες σιγά: «Χριστέ μου, κράτησέ με». Αυτό, όταν βγαίνει από πόνο, είναι μεγάλη προσευχή.
Ο κόσμος σε αγάπησε πολύ. Έδωσες χαρά, φως, γλυκύτητα σε ανθρώπους που ίσως δεν γνώρισες ποτέ. Αυτό ο Θεός το βλέπει αλλιώς απ’ ό,τι το βλέπουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι θυμούνται τα φώτα, τα χειροκροτήματα, την ομορφιά, την λάμψη. Ο Θεός όμως βλέπει τον κόπο της καρδιάς, την κούραση που κρύφτηκε πίσω από το χαμόγελο, την ψυχή που έδωσε χαρά ενώ και η ίδια πολλές φορές θα είχε ανάγκη από παρηγοριά.
Και τώρα που η ψυχή ζητά ανάπαυση, να την ακουμπήσεις ήσυχα στον Χριστό. Ο Θεός δεν ζητά από τον άρρωστο κατορθώματα. Δεν ζητά μεγάλες προσευχές,
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Κυριακή του Τυφλού: Η πίστη που σε λυτρώνει, ο πόνος που σε ανεβάζει πνευματικά
Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης
Ομιλία ♰π. Αθανασίου Χατζή
13 Μαΐου 2007
Κυριακή τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ: Ὁμιλία εἰς τόν τυφλόν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)
1. «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50, 6).
Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν.
Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9, 32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι,
Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρισαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διάθεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).
Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κατάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).
Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοήθεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε
Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ Κατά Ἰωάννην Θ' 1-38
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε
παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4).
Όμως ο Χριστός λέει το αντίθετο.
Σάββατο 9 Μαΐου 2026
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 10 Μαΐου 2026, τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. δ΄ 5-42)

ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ᾿ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ
τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.
.....αν μετανοιώσω για τα σφάλματά μου, αν κακαδικάσω τους τρόπους της ζωής μου, τοτε η Χάρις του Θεού θα επισκιάσει....
Ήτανε Σαββατόβραδο, παραμονή της Σαμαρείτιδος.
Μπήκα μέσα ήσυχα, να μη με πάρη κανένας είδηση. Τον εσπερινό τον έκανε ένας μεσόκοπος παπάς με αρχαία όψη. Ο ψάλτης ήτανε πιο νέος, κ’ έψελνε πολύ κατανυχτικά και ταπεινά. Όλοι-όλοι οι προσκυνητές ήτανε πεντέξη, γυναίκες, τρεις άντρες βουνήσιοι, κ’ ένα παιδάκι που υπηρετούσε τον παπά. Όπως ήτανε σκοτεινά, κρύφτηκα πίσω από μια γωνιά.
Κείνη την ώρα έψελνε ο ψάλτης το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, ένα από τα πιο εξαίσια τροπάρια, που όποτε τ’ ακούσω να τα ψέλνη κανένας καλλίφωνος και ευλαβής ψάλτης, νοιώθω τόση συγκίνηση, που τρέχουνε δάκρυα από τα μάτια μου. Φαντάσου, αγαπητέ αναγνώστη, τι συγκίνηση ένοιωσα κείνη την ώρα, μέσα στην ταπεινή εκείνη εκκλησιά, μαζί με τους βουνήσιους ανθρώπους και με την κυρά Ελένη, ακούγοντας εκείνο το τροπάρι να το ψέλνη με βαθειά κατάνυξη ο καλλίφωνος και ταπεινός ψάλτης του βουνού, που δεν τον ήξερε κανένας. Ήρθανε στο νου μου τα λόγια της κυρά Λένης “Εμείς ζούμε κρυφά από τον Θεό”, κ’ έλεγα μέσα μου “Πόσο κοντά στον Θεό ζούνε τούτοι οι αληθινοί Χριστιανοί!”.
“Έχω ακούσει
Διδαχή την Κυριακή της Σαμαρείτιδος για την πνευματική και αληθινή λατρεία του Θεού (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο ότι οι αληθινοί ακόλουθοι του αληθινού Θεού Τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά, καθώς και ότι ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις. Αν ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις, είναι φανερό ότι αυτούς μόνο δέχεται, αυτοί μόνο Του είναι ευάρεστοι. Έτσι διακήρυξε ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Ας Τον πιστέψουμε. Μ’ όλη μας την αγάπη ας αγκαλιάσουμε την πανάγια διδαχή Του. Για να Τον ακολουθήσουμε αλάθητα, ας εξετάσουμε τι σημαίνει να λατρεύουμε τον Θεό Πατέρα «πνευματικά και αληθινά». Η αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Το μαρτύρησε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6). Ο Χριστός, η αλήθεια, είναι ο Λόγος του Θεού, που υπήρχε προαιώνια στον Θεό και που είναι Θεός (Βλ. Ιω. 1, 1-2). Διά του Λόγου δημιουργήθηκαν όλα τα όντα, ορατά και αόρατα (Βλ. Ιω. 1, 3. Κολ. 1, 16). «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας· και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα· ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια» (Ιω. 1, 14). «Κανείς ποτέ δεν είδε τov Θεό· μόνο ο μονογενής Υιός, που είναι μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα, Εκείνος Τον έκανε γνωστό» (Ιω. 1, 14). Έκανε γνωστό στους ανθρώπους, φανέρωσε πλήρως στους ανθρώπους τον Θεό ο Υιός του Θεού, ο Λόγος του Θεού. Αποκάλυψε στους ανθρώπους την απρόσιτη σ’ αυτούς αλήθεια, επιβεβαιώνοντάς την αδιαφιλονίκητα με την πλούσια παροχή της θείας χάριτος. «Από τον δικό Του πλούτο πήραμε όλοι εμείς τη μια δωρεά πάνω στην άλλη. Γιατί ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσέως, η θεϊκή χάρη και η αλήθεια, όμως, ήρθαν σ’ εμάς διά του Ιησού Χριστού» (Ιω. 1, 17). Αυτό σημαίνει όχι ότι μας δόθηκε κάποια γνώση περισσότερο ή λιγότερο λεπτομερής και καθαρή για τη χάρη και την αλήθεια, αλλά ότι η ίδια η χάρη και η ίδια η αλήθεια φυτεύθηκαν στην ύπαρξή μας, κάνοντάς μας «μετόχους της θείας φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1, 4).
Η αλήθεια έχει το αντίστοιχο πνεύμα. Είναι «το Πνεύμα της Αλήθειας» (Ιω. 15, 26· 16, 13). Είναι το Πνεύμα «που εκπορεύεται από τον Πατέρα» (Ιω. 15, 26). Είναι «το Πνεύμα το Άγιο» (Ιω. 14, 26). Είναι «το Πνεύμα του Υιού» (Γαλ. 4, 6), καθώς υπάρχει πάντοτε στον Υιό και καθώς συνιστά μαζί μ’ Αυτόν και τον Πατέρα τη μία, αδιαίρετη και ασύγχυτη θεία Ουσία. Η αποδοχή της αλήθειας
Ομιλία εις την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα – Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Ευαγγέλιο: Ιωάν. δ’ 5-42)
Ανθρωπε! Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως η σωματική τροφή και το ποτό είναι ικανά να θρέψουν και να ξεδιψάσουν την ψυχή σου, θα βρεθείς στο επίπεδο όπου βρίσκονται τα οικόσιτα ζώα και τα άγρια κτήνη. Αν κατόρθωσες να ξεπεράσεις το επίπεδο αυτό κι ελπίζεις πως η ψυχή σου μπορεί να τραφεί και ν’ αναζωογονηθεί από την ανθρώπινη σοφία και το εγκόσμιο κάλλος, τότε θα βρεθείς στο επίπεδο εκείνων που έχουν αποκτήσει ημι-εμπειρία, ημι-ανάπτυξη. Η πρώτη σκέψη είναι ανόητη, η δεύτερη (η ελπίδα) είναι στείρα. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο ακούς τα βογγητά και τις κραυγές του διψασμένου κόσμου και νομίζεις πως είναι τραγούδια κι ευωχίες, μια προσπάθεια να ξεδιψάσει κανείς με τη δίψα των άλλων. Αν ξεπέρασες το επίπεδο αυτό κι ένιωσες μια ανέκφραστη δίψα, που καμιά πηγή στον κόσμο δε θα μπορούσε να τη σβήσει – που δε θα μπορούσε ούτε κι ολόκληρος ωκεανός να τη σβήσει – τότε έχεις αποκτήσει πραγματική εμπειρία, είσαι άνθρωπος αληθινός. Μόνο όταν βρεθείς στο επίπεδο αυτό της ακόρεστης πνευματικής δίψας, της δίψας εκείνης που ένιωσε κι ο Δαβίδ, θα κατανοήσεις με πληρότητα το σημερινό ευαγγέλιο.
***
«Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας την λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού» (Ιωάν. δ’, 5). Η περιοχή ολόκληρη από την Ιουδαία μέχρι τη Γαλιλαία ονομάζεται Σαμάρεια. Το όνομά της το έλαβε από το βουνό Σαμάρεια. Ο δρόμος από την Ιερουσαλήμ προς τη Γαλιλαία εξακολουθεί να περνάει από τη Συχάρ (τη σημερινή Ασκάρ). Εκεί είναι ένα κομμάτι γης που το είχε αγοράσει ο Ιακώβ από τους γιους του Εμώρ κι έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο, που το ονόμασε «Θεός του Ισραήλ» (Γεν. λγ’, 19-20). Αργότερα ο Ιακώβ δώρησε τη γη αυτή στο γιο του Ιωσήφ.
«Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ, ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη» (Ιωάν. δ’, 6). Η πηγή αυτή
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος: (†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης- Πῶς θὰ παρηγορηθοῦμε στὶς θλίψεις
«Διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ…» (Πράξ. 11,19)
Ὁλοι, ἀγαπητοί μου, σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ ζητοῦν ἕνα πρᾶγμα· τὴν εὐτυχία. Ἐν τούτοις ἡ εὐτυχία εἶνε πουλὶ ἄπιαστο. Τὸ κυνηγοῦν, μὰ δὲν πιάνεται.
Ἂς πᾶμε νὰ ρωτήσουμε κάθε ἄνθρωπο, εἶνε εὐτυχής; Μπαίνω σὲ μιὰ καλύβα κι ἀκούω· «Πεινῶ…». Μπαίνω στὰ μεγάλα σπίτια μὲ τὶς ἀνέσεις, κι ἀκούω ἕναν ἄρρωστο νὰ μοῦ λέῃ· «Πουλῶ τὸ παλάτι, δός μου τὴν ὑγειά μου. Προτιμῶ νὰ κατοικῶ σὲ τσαντίρι, παρὰ νὰ πάσχω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια…». Φεύγω ἀπὸ ᾿κεῖ, συναντῶ στὸ δρόμο ἕναν καὶ μοῦ λέει· «Στενοχωριέμαι· σπίτι δὲν ἔφτειαξα, οἰκογένεια δὲν ἔχω, ὁλομόναχος εἶμαι, σύντροφο ζητάω, δυστυχισμένος εἶμαι…». Συναντῶ παρακάτω κάποιον ἄλλο ποὺ εἶνε παντρεμένος, καὶ τὸν ρωτῶ· Εἶσαι εὐτυχισμένος; Μοῦ λέει· «Καταραμένη ἡ μέρα ποὺ παντρεύτηκα. Κόλασι ἔχω μέσα στὸ σπίτι…». Συναντῶ κάποιο ἀντρόγυνο ποὺ δὲν ἔχει παιδιὰ κι ἀναστενάζει. Συναντῶ ἕναν ἄλλο ποὺ ἔχει παιδιά, ἀλλὰ κλαίει γιατὶ τὰ παιδιά του κάθε μέρα τὸν ποτίζουν φαρμάκι…
Ποῦ νὰ πάω; Στὰ ἐργοστάσια ἀναστενάζουν οἱ ἐργάτες, στὰ καράβια ὑποφέρουν οἱ ναυτικοί, στὰ νοσοκομεῖα βογγοῦν οἱ ἄρρωστοι… Ὅποιον ἄνθρωπο κι ἂν βρῶ, ὁπουδήποτε κι ἂν πάω, συναντῶ μιὰ δυστυχία ἀπερίγραπτη, ἕνα πόνο καὶ μιὰ θλῖψι ἀφόρητη.
Λένε γιὰ κάποιο βασιλιᾶ, ὅτι εἶπε στὸν ὑπασπιστή του· Ἐγὼ παρὰ τὰ πλούτη μου δὲν εἶμαι εὐτυχισμένος. Γύρισε τὸ βασίλειο, καὶ ἂν βρῇς κάποιον εὐτυχισμένο, πάρε τὸ πουκάμισό του νὰ μοῦ τὸ φέρῃς. Γυρίζει ὁ ὑπασπιστὴς παντοῦ, ἀλλὰ δὲ βρῆκε κανέναν ἀπόλυτα εὐτυχισμένο. Μόνο σὲ μιὰ καλύβα βρῆκε κάποιον ποὺ τοῦ εἶπε, πὼς εἶνε εὐτυχισμένος. Λέει ὁ ὑπασπιστής·
- Δόξα τῷ Θεῷ! Δός μου τὸ πουκάμισό σου.
- Μὰ δὲν ἔχω πουκάμισο, ἀπαντᾷ ὁ φτωχός. Ἕνας βρέθηκε εὐτυχισμένος,
Κυριακή της Σαμαρείτιδος: Σχετικά με τη συνάντηση του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ιω. δ΄, 5-42) (Υπομνηματισμός των χωρίων Ιω. 4, 4-12)
(Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΛΑ’ από το Υπόμνημα του Ιερού Χρυσοστόμου στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Ὡς οὖν ἔγνω ὁ Κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι Ἰησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ Ἰωάννης- καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ᾿ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ-ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν (: όταν λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι πληροφορήθηκαν πως ο Ιησούς κάνει και βαπτίζει περισσότερους μαθητές παρά ο Ιωάννης – αν και δε βάπτιζε ο ίδιος ο Ιησούς, αλλά οι μαθητές Του – εγκατέλειψε την Ιουδαία και αναχώρησε για τη Γαλιλαία)» [Ιω. δ, 4].
«Γιατί λοιπόν αναχωρεί από την Ιουδαία;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Όχι από δειλία φυσικά, αλλά για να σταματήσει τη ζηλοτυπία των Ιουδαίων και να ανακόψει τον φθόνο τους. Είχε βέβαια τη δυνατότητα να τους αντιμετωπίσει εάν Του έκαναν επίθεση, αλλά δε θέλει να το πράττει αυτό συχνά, για να μην κινούνται αμφιβολίες για την πραγματικότητα της κατά σάρκα γεννήσεως του Υιού του Θεού. Διότι, εάν κάθε φορά που Τον συλλάμβαναν, διέφευγε, ασφαλώς πολλοί θα σχημάτιζαν σχετικές υποψίες. Για τον λόγο αυτό, τις περισσότερες πράξεις Του τις έκανε σαν να ήταν ένας απλός άνθρωπος. Διότι όπως ήθελε να πιστέψουν στη θεϊκή Του υπόσταση, έτσι ήθελε να πιστέψουν επίσης ότι, αν και Θεός, έφερε σάρκα ανθρώπινη. Γι’ αυτό και ύστερα από την Ανάσταση έλεγε προς τους μαθητές· «ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα (: ψηλαφήστε με με τα χέρια σας και δείτε ότι δεν είμαι πνεύμα, όπως νομίζετε, διότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω)» [Λουκ. 24, 39]. Επίσης για τον ίδιο λόγο επιτίμησε τον Πέτρο όταν Του είπε «ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο (: Ο Θεός να σε φυλάξει, Κύριε, από όσα φοβερά μας είπες ότι θα σου συμβούν. Δεν πρέπει να σου συμβούν αυτά και να σε θανατώσουν)» [Ματθ. 16, 22]. Τόση σπουδαιότητα απέδιδε ο Κύριος στο θέμα αυτό, στο να πιστευτεί δηλαδή ότι έφερε και την ανθρώπινη σάρκα. Άλλωστε και μεταξύ των δογμάτων της Εκκλησίας δεν είναι μικρό το θέμα αυτό, ούτε για τη σωτηρία μας αποτελεί κάτι το ασήμαντο το κεφάλαιο αυτό, διά του οποίου έχουν γίνει και έχουν επιτευχθεί τα πάντα. Διότι έτσι και ο θάνατος καταλύθηκε και η αμαρτία συγχωρήθηκε και η κατάρα εξαφανίστηκε και άπειρα αγαθά εισήλθαν στη ζωή μας. Για τον λόγο αυτό ήθελε παρά πολύ να πιστέψουν οι άνθρωποι στην αλήθεια ότι η κατά σάρκα Γέννησή Του υπήρξε η ρίζα και η πηγή των αναρίθμητων αγαθών. Και ενώ φρόντιζε για την απόδειξη της ανθρώπινής Του φύσης, δεν άφηνε παράλληλα ούτε τη θεία να συσκιάζεται.
Αφού αναχώρησε λοιπόν από την Ιουδαία,
Σάββατο 2 Μαΐου 2026
Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 2-5-26 Κυριακή τοῦ Παραλυτικοῦ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
ετὰ
ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2
ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη
Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν
ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4
ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ
ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ
δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ
ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ
γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7
ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ
ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ
καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ
περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον
αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10ἔλεγον οὖν οἱ
Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν
κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν·
ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ
ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ
ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ
τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ·
Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.
15ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ
ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ Ὁμιλία τοῦ ἁγίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Στό
χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση
κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες
Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα
πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν
εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ:
Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν
Ἰουδαία στήν Γαλιλαία. Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη
«δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν.
Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα
στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν
δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων. Ποιά
ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά
Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά
νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του
τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό
ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό
Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι
πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί
σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας;
Τίνος
μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά
εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο,
τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά
κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι
λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;
Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει
πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς
ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα,
προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε
τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα
ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα
τέτοια. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε
κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς
μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς
σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ
νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ
βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες.
Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό
βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες.
Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς
πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.
Κυριακή του Παραλύτου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Ευαγγέλιο: Ιωάν. ε’ 1-16) Μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει όλα τα λυπηρά αυτής της ζωής με καρτερία κι ελπίδα στο Θεό. Γι’ αυτόν η κάθε μέρα θα είναι μήνας στον ουρανό, ενώ στον άπιστο θα μοιάζει με χρόνο ολόκληρο. Γιατί ο άπιστος χαίρεται μόνο όταν δεν υποφέρει· κι όταν υποφέρει, το κάνει χωρίς υπομονή κι ελπίδα στο Θεό και δυσανασχετεί. Μακάριος είναι ο άνθρωπος που δε γογγύζει όταν υποφέρει, αλλ’ εξετάζει τις αιτίες με υπομονή κι ελπίδα στο Θεό. Πού θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει αυτός που πάσχει;
Θα τις βρει είτε μέσα του είτε στους γονείς του και στους γείτονές του. Ο βασιλιάς Δαβίδ υπόφερε για τις δικές του αμαρτίες. Ο Ροβοάμ για τις αμαρτίες τού πατέρα του, του βασιλιά Σολομώντα. Οι προφήτες υπόφεραν για τις αμαρτίες των συμπατριωτών τους.
Αν αυτός που πάσχει έψαχνε διεξοδικότερα και βαθύτερα τις αιτίες των βασάνων του, πού θα τις έβρισκε; Σίγουρα θα τις συναντούσε στην ολιγοπιστία του προς το Θεό ή σε κάποιο σκοτεινό και κακό πνεύμα, σ’ ένα μαύρο σκοτάδι χωρίς φως ή στη στοργική και θεραπευτική πρόνοια του Θεού.
Εδώ θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει εκείνος που ψάχνει διεξοδικότερα και βαθύτερα. Ο Αδάμ κι η Εύα υπόφεραν από την ολιγοπιστία τους στο Θεό· ό δίκαιος Ιώβ από το σκοτεινό και κακό πνεύμα τής πονηρίας· ο τυφλός νέος άνθρωπος, που ο Χριστός άνοιξε τα μάτια του, για τη δόξα τού Θεού και για τη δική του αιώνια ανταπόδοση.Ο συνειδητός άνθρωπος είναι λογικό ν’ αναζητήσει τις αιτίες που τον βασανίζουν μέσα του, ενώ ο ανόητος κατηγορεί πάντα τους άλλους. Ο συνειδητός άνθρωπος θυμάται όλες τις αμαρτίες που έκανε από παιδί. Τις θυμάται με φόβο Θεού και περιμένει να πληρώσει γι’ αυτές. Έτσι όταν τον βρουν βάσανα, είτε αυτά προέρχονται από τους φίλους ή τους εχθρούς του, από τους ανθρώπους ή από τα πονηρά πνεύματα, αργά ή γρήγορα θα γνωρίσει τις αιτίες, γιατί τις αναζητεί μέσα του. Ο ανόητος άνθρωπος όμως είναι επιλήσμων, ξεχνά όλες τις αδικίες του. Κι όταν συναντήσει δυσκολίες οργίζεται πολύ και ρωτάει με κατάπληξη: Γιατί εγώ να έχω πονοκέφαλο, γιατί εγώ να χάνω όλα τα λεφτά μου, γιατί τα δικά μου παιδιά να πεθαίνουν; Και με την ανοησία και το μένος που τον δέρνουν, δαχτυλοδείχνει κάθε ύπαρξη στη γη ή στον ουρανό. Όλοι τους είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά του, εκτός από τον εαυτό του – τον μόνο πραγματικά υπεύθυνο.
Μακάριος είναι ο άνθρωπος που επωφελείται απ’ όλα τα βάσανά του, γνωρίζοντας πως όλ’ αυτά τα επιτρέπει ο Θεός με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, για τη δική του ωφέλεια. Με το έλεός του ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτούν τον άνθρωπο βάσανα για τις αμαρτίες του. Με το έλεός Του το κάνει αυτό, όχι με τη δικαιοσύνη Του. Αν ενεργούσε με τη δικαιοσύνη Του, τότε κάθε αμαρτία αναπόφευκτα θά ’φερνε θάνατο, όπως λέει κι ο απόστολος: «Η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α’ 15). Κι ο Θεός αντί για θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ από τα βάσανα. Τα βάσανα είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Θεός για να θεραπεύσει τη λέπρα τής αμαρτίας και του θανάτου.
Μόνο ο ανόητος άνθρωπος σκέφτεται
Διδαχή την Κυριακή του Παραλύτου για τις τιμωρίες του Θεού (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«ΠΡΟΣΕΞΕ, έχεις γίνει καλά· από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Αυτή τη συμβουλή έδωσε ο Κύριος στον παράλυτο που θεράπευσε, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο.
Αγαπητοί αδελφοί! Η συμβουλή του Κυρίου έχει και για μας πολύ μεγάλη σημασία. Κι αυτό, γιατί μας πληροφορεί ότι για τις ασθένειες και τα άλλα δεινά της επίγειας ζωής μας ευθύνονται οι αμαρτίες μας. Και όταν ο Θεός μας απάλλάξει από μιαν ασθένεια ή άλλη δυστυχία, τότε, αν αρχίσουμε πάλι να ζούμε αμαρτωλά, θα μας βρουν νέα δεινά, χειρότερα από τα πρώτα, που ήταν παιδαγωγικές και σωφρονιστικές θείες τιμωρίες. Η αμαρτία είναι η αιτία όλων των θλίψεων του ανθρώπου στον χρόνο και στην αιωνιότητα. Οι θλίψεις αποτελούν τη φυσική συνέπεια της αμαρτίας, όπως οι πόνοι αποτελούν τη φυσική συνέπεια των σωματικών ασθενειών, τη χαρακτηριστική τους ενέργεια. Η αμαρτία με την πλατιά της έννοια, δηλαδή η πτώση της ανθρωπότητας και ο αιώνιος θάνατός της, περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιάν εξαίρεση. Κάποιες αμαρτίες αποτελούν θλιβερή κληρονομιά ολόκληρων κοινοτήτων ανθρώπων. Κάθε άνθρωπος, τέλος, έχει τα προσωπικά του πάθη και, συνακόλουθα, τα προσωπικά του αμαρτήματα, αμαρτήματα που ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο. Η αμαρτία σ’ όλες αυτές τις μορφές της είναι η αιτία και η αρχή των θλίψεων και των δεινών της ανθρωπότητας γενικά, των επιμέρους ανθρωπίνων κοινωνιών και κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Η δηλητηριασμένη από την αμαρτία φύση μας απέκτησε την ιδιότητα να αμαρτάνει, απέκτησε τη ροπή προς την αμαρτία, υποτάχθηκε στην τυραννική εξουσία της αμαρτίας, παράγει μέσα της την αμαρτία και δεν μπορεί ν’ απαλλάξει καμιά μορφή της δραστηριότητάς της από την παρουσία της αμαρτίας. Ο μη ανακαινισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτάνει, ακόμα κι αν θέλει να μην αμαρτάνει (βλ. Ρωμ. 7, 14-25).
Τρεις τιμωρίες έχει ορίσει η θεία δικαιοκρισία για τις αμαρτίες όλης της
Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
Προκαλεῖ ἐντύπωση ἡ ἐρώτηση τοῦ Χριστοῦ: «Θέλεις ὑγιὴς
γενέσθαι;» Γιατί ὁ Χριστὸς ρωτάει γιὰ τὸ αὐτονόητο; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἤθελε ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγειά του; Ποιὸς στραβὸς δὲν θέλει τὸ φῶς του; Ὅμως ὁ Χριστὸς στέκεται μὲ βαθὺ σεβασμὸ μπροστὰ στὴν ἐλευθερία, στὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει ὁ μεγάλος Σέρβος θεολόγος π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς: «Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα χωρὶς νὰ καταργήσει τὸν ἄνθρωπο. Χωρὶς νὰ καταστήσει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, ὡς Θεός, σύστημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ἦρθε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι γιὰ κάποιο σύστημα.
Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὄχι σύστημα. Εἶναι ἀπαίσιος καὶ
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Ὁμιλία στὴν Κυριακή τῶν Μυροφόρων
Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί
τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.
Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή,
Μυροφόρες, ζηλεύουμε τὰ «μύρα» σας!
Τρία χρόνια έζησαν στον ίσκιο Του...Δεν έλαβαν ιαματικά χαρίσματα.Δεν είδαν το Φως της Μεταμόρφωσης.Δεν γεύτηκαν το Σώμα καί το Αίμα Του λίγο πριν το Πάθος.
Έζησαν ταπεινές στην αφάνεια... Δε του έδωσαν μεγαλόστομες υποσχέσεις σαν τον Πέτρο.
Έζησαν ταπεινές στη σιωπή... Έκαναν όμως πράξη τα λόγια του Πέτρου: «Κύριε, μετά σου έτοιμος ειμί καί εις φυλακήν καί εις θάνατον πορεύεσθαι». Πορεύτηκαν μαζί Του...
Όταν οί άντρες, οι χαρισματούχοι, οι εκλεκτοί διασκορπίστηκαν, εκείνες πήραν μαζί Του κλαίγοντας τον ανήφορο του Γολγοθά.
Το αποκορύφωμα της αγάπης... Όταν οί άντρες, οί χαρισματοϋχοι, οί εκλεκτοί έτρεμαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων», εκείνες ξεκίνησαν για τον Τάφο Του. Το αποκορύφωμα της ανδρείας...
Ξεκίνησαν νύχτα για να πάνε στο Φως.Πήραν το δρόμο πού οδηγεί στην Όδό.
Αψήφησαν τη ζωή τους πορευόμενες προς τη Ζωή.
Όλα τα εμπόδια έσβησαν μπροστά στον πόθο να πάνε κοντά Του, να εκπληρώσουν τα καθήκοντα τους απέναντι Του. Το αποκορύφωμα της αφοσίωσης...Η νύχτα,ο φόβος των Ιουδαίων.οι στρατιώτες...όλα παραμερίστηκαν .Ό νους τους καρφωμένος στο τέρμα. Στόν Τάφο. Καί μόνο ό λίθος πού τον έφραζε πλάκωνε καί τις δικές τους ψυχές, «ην γαρ μέγας σφόδρα». «Τις άποκυλίσει ήμϊν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;».
"Ηταν άραγε εκεί όταν ό Κύριος είπε: «εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, έρείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν έκεϊ, καί μεταβήσεται...»: Το άκουσαν ή το διαισθάνονταν με τη γυναικεία τους διαίσθηση; Πάντως είχαν πίστιν ως κόκκον σινάπεως γιατί ούτε ό λίθος τους φράζει τελικά το δρόμο. Προχωρούν...Προχωρούν και αξιώνονται να ακούσουν πρώτες το πιο θαυμαστό, το πιο μεγαλειώδες, το πιο χαρούμενο μήνυμα πού ακούστηκε ποτέ πάνω στη γη καί μάλιστα από χείλη αγγελικά: «Ήγέρθη, ουκ εστίν ώδε». Αξιώνονται να γίνουν ευαγγελίστριες της Αναστάσεως.
Δε ζητούν να δουν Τον Αναστημένο Κύριο. Δε ζητούν να βάλουν το δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων. Δε ζητοϋν να πιάσουν στα χέρια τους τα όθόνια. Δεν μπαίνουν καν στον Τάφο.
Τους αρκούν τα λόγια του Άγνωστου καί το «ότι άποκεκύλισται ό λίθος».
Το αποκορύφωμα της πίστης... Γι' αυτό αξιώνονται πρώτες να δουν τον Κύριο τους καί τον Θεό τους καί ν' ακούσουν τον πιο γλυκό χαιρετισμό από χείλη θεϊκά: «Χαίρετε». "Ανοιξη... Όλα γύρω πλημμυρισμένα από το άρωμα της γαρδένιας, των τριαντάφυλλων, της βιολέτας, της πασχαλιάς... ευλαβική προσφορά της φύσης στον Αναστημένο Κύριο.
Δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα... Όλα γύρω πλημμυρισμένα από το άρωμα της αγάπης, της ανδρείας, της αφοσίωσης, της πίστης... ευλαβική προσφορά της γυναικείας ψυχής στον Αναστημένο Κύριο.
Μυροφόρες, ζηλεύουμε τα «μύρα» σας!
Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Πρεσβυτέρας-Εκπαιδευτικού΄΄Πειραική Εκκλησία''(Μάιος 2000)
πηγή
Κυριακή τῶν Μυροφόρων (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν
και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).
Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολμήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.
Κυριακή των Μυροφόρων – Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ; (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ;
«Ὁ δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)
Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».
Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;
Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς Σχόλιο στήν Ἀποστολική Περικοπή-ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α´στίχ. 1-7
“῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·”
Τό κύριο εὐαγγέλιο καί ἡ σκέψη καί ἡ ἀλήθεια· ὁ Θεός Λόγος ἐνσαρκώθηκε, ὥστε κι ἐμεῖς νά συσσαρκωθοῦμε μαζί Του· Αὐτός ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νά μᾶς θεώσει· Αὐτός -Ζωή αἰώνια- ἐμφανίστηκε στή γῆ, ὥστε νά ἔχουμε κοινωνία μαζί Του, ζώντας μαζί Του. «Περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς» εἶναι τό θέμα αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Λές καί θέλει ὁ ἅγιος Θεολόγος νά μᾶς δώσει νέα ἐξήγηση τῆς κύριας χαρμόσυνης ἀγγελίας τοῦ Εὐαγγελίου του· «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (᾿Ιωάν. α´, 14).
῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σέ μᾶς· «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς» δηλαδή τό Αἰώνιο κατέβηκε στή γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική μας γήινη πραγματικότητα, ἔγινε προσιτό στά αἰσθητήριά μας, στή γνώση μας καί στίς αἰσθήσεις μας· κι αὐτό εἶναι «ὃ ἀκηκόαμεν»· ἀκούσαμε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν»· εἴδαμε Θεό σέ σῶμα, Θεό στόν κόσμο, τόν Θεό ἀνάμεσά μας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάμεθα»· ἔχουμε δεῖ, ἔχουμε παρατηρήσει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο πού «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»· ἄγγιξαν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρίν ἀπό τόν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καί μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς. «᾿Ακούσαμε, εἴδαμε, παρατηρήσαμε, ψηλαφήσαμε» -τό Λόγο τῆς ζωῆς, τό Θεό τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός Λόγος ἔγινε ἡ δική μας πιό προσιτή πραγματικότητα· κι ἐμεῖς αὐτό τό ἐπαληθεύουμε μέ τόν πιό ὀφθαλμοφανῆ, τόν πλέον πειραματικό τρόπο.
῾Η μέθοδος εἶναι καθαρά πειραματική, δοκιμαστική.
«῾Ο Λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στήν πραγματικότητα
ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ
Ἔγιναν οἱ πρῶτες εὐαγγελίστριες (Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων).
Οἱ κρυφοὶ μαθητές, οἱ Μυροφόρες, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ Ρωμαῖοι,
πρωταγωνιστοῦν μετὰ τὴ Σταύρωση σὲ μιὰ σειρὰ γεγονότων, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνονται δευτερεύοντα ἢ καὶ ἀσήμαντα, ἀλλὰ ποὺ ὅλα μαζὶ συνθέτουν ἕνα θαυμαστὸ πάζλ. Καὶ δείχνουν ὅτι ὅλα κατευθύνονται ἀπὸ τὴν ὑπερέχουσα σοφία τοῦ Θεοῦ, ὅλα ὑπακούουν στὸ πολυδύναμο, ἀγαθοποιὸ σχέδιό του.
Ἔτσι λοιπόν, ἀντὶ γιὰ τοὺς ἀσήμαντους κοινωνικὰ μαθητές,
πιστοποιοῦν τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ οἱ ἐπίσημοι ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος. Ὁ Πιλάτος, ἡ τοπικὴ ἀνώτατη ρωμαϊκὴ πολιτικὴ ἐξουσία, ἀκολουθώντας τὴν πάγια κανονικὴ διαδικασία, ζητάει ἐπίσημη ἀναφορὰ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ ἐπιβεβαιώνει ἔτσι πανηγυρικὰ καὶ αὐτὸς τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ στρατιώτης λογχίζει τὴν πλευρὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ τρέχει αἷμα καὶ ὕδωρ, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸν πραγματικό του θάνατο.
Μπρὸς στὰ μάτια ἐχθρῶν καὶ φίλων, ὁ νεκρὸς































