π. Δημητρίου Μπόκου
Ὁ Ζακχαῖος, ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχοῦς, πλούσιος ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη αὐθαιρεσία τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἄκουσε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ φαίνεται πὼς ἄρχισε νὰ προβληματίζεται. Ἔτσι, ὅταν ὁ Χριστὸς πέρασε ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὁ Ζακχαῖος ἔσπευσε νὰ τὸν δεῖ. Λόγῳ τῆς πολυκοσμίας καὶ ἐπειδὴ ἦταν κοντὸς στὸ ἀνάστημα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριά. Ὁ Χριστὸς τὸν προσφώνησε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε νὰ κατεβεῖ γρήγορα ἀπὸ τὸ δέντρο, ἐπειδὴ σκόπευε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι του (Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ).
Στὴν προσπάθειά του νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ζακχαῖος κατάλαβε μερικὰ πράγματα, ποὺ μέχρι τότε δὲν τὸν εἶχαν ἀπασχολήσει καὶ πολύ. Κατάλαβε ὅτι ἦταν πολὺ κοντός. Τὸ ἀνάστημά του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε μάθει νὰ κινεῖται καλὰ στὰ χαμηλά. Νὰ ἰσορροπεῖ σταθερὰ μὲ τὰ πόδια του στερεωμένα γερὰ πάνω στὴ γῆ. Μὰ ὅταν χρειάστηκε νὰ κοιτάξει ψηλότερα, τὰ πόδια του, συνηθισμένα νὰ περπατοῦν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἐπίγειους
(γιατί ὄχι καὶ ὑπόγειους;) δρόμους, ἀποδείχτηκαν πολὺ κοντά. Ποιὸ ἦταν τὸ σταθερὸ ὑπόβαθρο ποὺ ἔδινε αἴσθηση σιγουριᾶς καὶ ἀσφάλειας στὸν Ζακχαῖο; Ὁ πλοῦτος του.
Πάνω του εἶχε στηρίξει μέχρι τότε τὴ ζωή του. Ἦταν τὸ εἴδωλό του. Ὁ θεός του. Τὸν λάτρευε. Δὲν εἶχε εἰπωθεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι μιὰ τέτοια ἀγάπη στὸν πλοῦτο εἶναι εἰδωλολατρία (Κολ. 3, 5). Ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸ δέλεαρ καὶ τὴ λάμψη του.
Στὴν προσπάθειά του νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ζακχαῖος κατάλαβε μερικὰ πράγματα, ποὺ μέχρι τότε δὲν τὸν εἶχαν ἀπασχολήσει καὶ πολύ. Κατάλαβε ὅτι ἦταν πολὺ κοντός. Τὸ ἀνάστημά του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε μάθει νὰ κινεῖται καλὰ στὰ χαμηλά. Νὰ ἰσορροπεῖ σταθερὰ μὲ τὰ πόδια του στερεωμένα γερὰ πάνω στὴ γῆ. Μὰ ὅταν χρειάστηκε νὰ κοιτάξει ψηλότερα, τὰ πόδια του, συνηθισμένα νὰ περπατοῦν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἐπίγειους
(γιατί ὄχι καὶ ὑπόγειους;) δρόμους, ἀποδείχτηκαν πολὺ κοντά. Ποιὸ ἦταν τὸ σταθερὸ ὑπόβαθρο ποὺ ἔδινε αἴσθηση σιγουριᾶς καὶ ἀσφάλειας στὸν Ζακχαῖο; Ὁ πλοῦτος του.
Πάνω του εἶχε στηρίξει μέχρι τότε τὴ ζωή του. Ἦταν τὸ εἴδωλό του. Ὁ θεός του. Τὸν λάτρευε. Δὲν εἶχε εἰπωθεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι μιὰ τέτοια ἀγάπη στὸν πλοῦτο εἶναι εἰδωλολατρία (Κολ. 3, 5). Ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸ δέλεαρ καὶ τὴ λάμψη του.









