Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος,

 


τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.

Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία είναι το εξής γεγονός:

Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 - 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 - 1081 μ.Χ.), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα
να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».
Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακὴς ΙΕ´ Λουκά (ιθ´ 1-10) Ὁ Ἰησοῦς καὶ ὁ Ζακχαῖος

 


αι εἰσελθὼν διήρχετο τὴν ῾Ιεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.


6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
 
 
 

Κυριακή του Ζακχαίου Ομιλία +π. Αθανασίου Χατζή

 

 


Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Ομιλία εις τον Ζακχαίον τον Τελώνην (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

 

 σοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.

Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ·

σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή. Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ». Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός. Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια. Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του

Η ΑΝΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

 




π. Δημητρίου Μπόκου
Ὁ Ζακχαῖος, ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχοῦς, πλούσιος ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη αὐθαιρεσία τοῦ ἐπαγγέλματός του, ἄκουσε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ φαίνεται πὼς ἄρχισε νὰ προβληματίζεται. Ἔτσι, ὅταν ὁ Χριστὸς πέρασε ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὁ Ζακχαῖος ἔσπευσε νὰ τὸν δεῖ. Λόγῳ τῆς πολυκοσμίας καὶ ἐπειδὴ ἦταν κοντὸς στὸ ἀνάστημα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριά. Ὁ Χριστὸς τὸν προσφώνησε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε νὰ κατεβεῖ γρήγορα ἀπὸ τὸ δέντρο, ἐπειδὴ σκόπευε νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ σπίτι του (Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ).
Στὴν προσπάθειά του νὰ δεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ζακχαῖος κατάλαβε μερικὰ πράγματα, ποὺ μέχρι τότε δὲν τὸν εἶχαν ἀπασχολήσει καὶ πολύ. Κατάλαβε ὅτι ἦταν πολὺ κοντός. Τὸ ἀνάστημά του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε μάθει νὰ κινεῖται καλὰ στὰ χαμηλά. Νὰ ἰσορροπεῖ σταθερὰ μὲ τὰ πόδια του στερεωμένα γερὰ πάνω στὴ γῆ. Μὰ ὅταν χρειάστηκε νὰ κοιτάξει ψηλότερα, τὰ πόδια του, συνηθισμένα νὰ περπατοῦν μὲ σιγουριὰ στοὺς ἐπίγειους
(γιατί ὄχι καὶ ὑπόγειους;) δρόμους, ἀποδείχτηκαν πολὺ κοντά. Ποιὸ ἦταν τὸ σταθερὸ ὑπόβαθρο ποὺ ἔδινε αἴσθηση σιγουριᾶς καὶ ἀσφάλειας στὸν Ζακχαῖο; Ὁ πλοῦτος του.
Πάνω του εἶχε στηρίξει μέχρι τότε τὴ ζωή του. Ἦταν τὸ εἴδωλό του. Ὁ θεός του. Τὸν λάτρευε. Δὲν εἶχε εἰπωθεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὅτι μιὰ τέτοια ἀγάπη στὸν πλοῦτο εἶναι εἰδωλολατρία (Κολ. 3, 5). Ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸ δέλεαρ καὶ τὴ λάμψη του.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Χριστός νά μᾶς ἐπιβλέπει καί νά μᾶς βοηθάει πάντοτε μέ τίς εὐχές τοῦ Μεγάλου Άθανασίου καί πάντων τῶν ἁγίων

 

 
 

 
 
 
Ευχετήρια κάρτα από το μακαριστό Αντώνη Φαρίδη
στην εορτή του Αγίου Αθανασίου
 
 
 

Στύλος γέγονας ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Ὑιόν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατᾑσχυνας Ἄρείον· Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τὸν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν, τό μέγα ἔλεος.

 

18 Ιανουαρίου 2019, Ιερός ναός Αγίου Αθανασίου Δουραχάνης





Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

σταλαγματιες απο την παραδοση

αποψεις...