Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Κυριακή του Παραλύτου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

(Ευαγγέλιο: Ιωάν. ε’ 1-16) Μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει όλα τα λυπηρά αυτής της ζωής με καρτερία κι ελπίδα στο Θεό. Γι’ αυτόν η κάθε μέρα θα είναι μήνας στον ουρανό, ενώ στον άπιστο θα μοιάζει με χρόνο ολόκληρο. Γιατί ο άπιστος χαίρεται μόνο όταν δεν υποφέρει· κι όταν υποφέρει, το κάνει χωρίς υπομονή κι ελπίδα στο Θεό και δυσανασχετεί. Μακάριος είναι ο άνθρωπος που δε γογγύζει όταν υποφέρει, αλλ’ εξετάζει τις αιτίες με υπομονή κι ελπίδα στο Θεό. Πού θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει αυτός που πάσχει;
Θα τις βρει είτε μέσα του είτε στους γονείς του και στους γείτονές του. Ο βασιλιάς Δαβίδ υπόφερε για τις δικές του αμαρτίες. Ο Ροβοάμ για τις αμαρτίες τού πατέρα του, του βασιλιά Σολομώντα. Οι προφήτες υπόφεραν για τις αμαρτίες των συμπατριωτών τους.
Αν αυτός που πάσχει έψαχνε διεξοδικότερα και βαθύτερα τις αιτίες των βασάνων του, πού θα τις έβρισκε; Σίγουρα θα τις συναντούσε στην ολιγοπιστία του προς το Θεό ή σε κάποιο σκοτεινό και κακό πνεύμα, σ’ ένα μαύρο σκοτάδι χωρίς φως ή στη στοργική και θεραπευτική πρόνοια του Θεού.

Εδώ θα βρει τις αιτίες που τον κάνουν να υποφέρει εκείνος που ψάχνει διεξοδικότερα και βαθύτερα. Ο Αδάμ κι η Εύα υπόφεραν από την ολιγοπιστία τους στο Θεό· ό δίκαιος Ιώβ από το σκοτεινό και κακό πνεύμα τής πονηρίας· ο τυφλός νέος άνθρωπος, που ο Χριστός άνοιξε τα μάτια του, για τη δόξα τού Θεού και για τη δική του αιώνια ανταπόδοση.Ο συνειδητός άνθρωπος είναι λογικό ν’ αναζητήσει τις αιτίες που τον βασανίζουν μέσα του, ενώ ο ανόητος κατηγορεί πάντα τους άλλους. Ο συνειδητός άνθρωπος θυμάται όλες τις αμαρτίες που έκανε από παιδί. Τις θυμάται με φόβο Θεού και περιμένει να πληρώσει γι’ αυτές. Έτσι όταν τον βρουν βάσανα, είτε αυτά προέρχονται από τους φίλους ή τους εχθρούς του, από τους ανθρώπους ή από τα πονηρά πνεύματα, αργά ή γρήγορα θα γνωρίσει τις αιτίες, γιατί τις αναζητεί μέσα του. Ο ανόητος άνθρωπος όμως είναι επιλήσμων, ξεχνά όλες τις αδικίες του. Κι όταν συναντήσει δυσκολίες οργίζεται πολύ και ρωτάει με κατάπληξη: Γιατί εγώ να έχω πονοκέφαλο, γιατί εγώ να χάνω όλα τα λεφτά μου, γιατί τα δικά μου παιδιά να πεθαίνουν; Και με την ανοησία και το μένος που τον δέρνουν, δαχτυλοδείχνει κάθε ύπαρξη στη γη ή στον ουρανό. Όλοι τους είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά του, εκτός από τον εαυτό του – τον μόνο πραγματικά υπεύθυνο.

Μακάριος είναι ο άνθρωπος που επωφελείται απ’ όλα τα βάσανά του, γνωρίζοντας πως όλ’ αυτά τα επιτρέπει ο Θεός με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, για τη δική του ωφέλεια. Με το έλεός του ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτούν τον άνθρωπο βάσανα για τις αμαρτίες του. Με το έλεός Του το κάνει αυτό, όχι με τη δικαιοσύνη Του. Αν ενεργούσε με τη δικαιοσύνη Του, τότε κάθε αμαρτία αναπόφευκτα θά ’φερνε θάνατο, όπως λέει κι ο απόστολος: «Η δε αμαρτία αποτελεσθείσα αποκύει θάνατον» (Ιακ. α’ 15). Κι ο Θεός αντί για θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ από τα βάσανα. Τα βάσανα είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Θεός για να θεραπεύσει τη λέπρα τής αμαρτίας και του θανάτου.

Μόνο ο ανόητος άνθρωπος σκέφτεται

Διδαχή την Κυριακή του Παραλύτου για τις τιμωρίες του Θεού (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 



«Ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται» (Ιω. 5, 14)

«ΠΡΟΣΕΞΕ, έχεις γίνει καλά· από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτα χειρότερο». Αυτή τη συμβουλή έδωσε ο Κύριος στον παράλυτο που θεράπευσε, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο.

Αγαπητοί αδελφοί! Η συμβουλή του Κυρίου έχει και για μας πολύ μεγάλη σημασία. Κι αυτό, γιατί μας πληροφορεί ότι για τις ασθένειες και τα άλλα δεινά της επίγειας ζωής μας ευθύνονται οι αμαρτίες μας. Και όταν ο Θεός μας απάλλάξει από μιαν ασθένεια ή άλλη δυστυχία, τότε, αν αρχίσουμε πάλι να ζούμε αμαρτωλά, θα μας βρουν νέα δεινά, χειρότερα από τα πρώτα, που ήταν παιδαγωγικές και σωφρονιστικές θείες τιμωρίες. Η αμαρτία είναι η αιτία όλων των θλίψεων του ανθρώπου στον χρόνο και στην αιωνιότητα. Οι θλίψεις αποτελούν τη φυσική συνέπεια της αμαρτίας, όπως οι πόνοι αποτελούν τη φυσική συνέπεια των σωματικών ασθενειών, τη χαρακτηριστική τους ενέργεια. Η αμαρτία με την πλατιά της έννοια, δηλαδή η πτώση της ανθρωπότητας και ο αιώνιος θάνατός της, περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιάν εξαίρεση. Κάποιες αμαρτίες αποτελούν θλιβερή κληρονομιά ολόκληρων κοινοτήτων ανθρώπων. Κάθε άνθρωπος, τέλος, έχει τα προσωπικά του πάθη και, συνακόλουθα, τα προσωπικά του αμαρτήματα, αμαρτήματα που ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο. Η αμαρτία σ’ όλες αυτές τις μορφές της είναι η αιτία και η αρχή των θλίψεων και των δεινών της ανθρωπότητας γενικά, των επιμέρους ανθρωπίνων κοινωνιών και κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Η δηλητηριασμένη από την αμαρτία φύση μας απέκτησε την ιδιότητα να αμαρτάνει, απέκτησε τη ροπή προς την αμαρτία, υποτάχθηκε στην τυραννική εξουσία της αμαρτίας, παράγει μέσα της την αμαρτία και δεν μπορεί ν’ απαλλάξει καμιά μορφή της δραστηριότητάς της από την παρουσία της αμαρτίας. Ο μη ανακαινισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτάνει, ακόμα κι αν θέλει να μην αμαρτάνει (βλ. Ρωμ. 7, 14-25).

Τρεις τιμωρίες έχει ορίσει η θεία δικαιοκρισία για τις αμαρτίες όλης της

Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

 




π. Δημητρίου Μπόκου
Ὁ Χριστὸς συναντᾶ στὴν κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδὰ ἕναν παράλυτο, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κατάκοιτος τριάντα ὀχτὼ χρόνια. Στὶς πέντε στοὲς γύρω ἀπ’ τὴ μεγάλη αὐτὴ δεξαμενή, βρίσκονταν πάρα πολλοὶ ἀσθενεῖς ἀπὸ διάφορα νοσήματα. Ἄγγελος Κυρίου κατέβαινε «κατὰ καιρὸν καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ». Καὶ ὅποιος μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ νεροῦ ἔπεφτε πρῶτος σ’ αὐτό, θεραπευόταν. Ὁ Χριστὸς ρώτησε τὸν παράλυτο ἂν θέλει νὰ γίνει ὑγιής. Ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο νὰ τὸν ρίξει στὸ νερό, ὅταν κατεβαίνει ὁ ἄγγελος. Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν θεράπευσε ἀμέσως, ἂν καὶ ἦταν ἡμέρα Σάββατο καὶ κατηγορήθηκε γι’ αὐτὸ ἀπὸ τοὺς τυπολάτρες Ἰουδαίους (Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου).
Προκαλεῖ ἐντύπωση ἡ ἐρώτηση τοῦ Χριστοῦ: «Θέλεις ὑγιὴς
γενέσθαι;» Γιατί ὁ Χριστὸς ρωτάει γιὰ τὸ αὐτονόητο; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἤθελε ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγειά του; Ποιὸς στραβὸς δὲν θέλει τὸ φῶς του; Ὅμως ὁ Χριστὸς στέκεται μὲ βαθὺ σεβασμὸ μπροστὰ στὴν ἐλευθερία, στὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου. Γράφει ὁ μεγάλος Σέρβος θεολόγος π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς: «Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα χωρὶς νὰ καταργήσει τὸν ἄνθρωπο. Χωρὶς νὰ καταστήσει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, ὡς Θεός, σύστημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς ἦρθε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι γιὰ κάποιο σύστημα.
Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὄχι σύστημα. Εἶναι ἀπαίσιος καὶ

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Χαίροις τῶν Μυροφόρων χορός καὶ τῆς Παρθένου τὸ καύχημα

 


Κυριακή τῶν Μυροφόρων

 

 

Ὁμιλία ♱π. Ἀθανασίου Χατζῆ


Δουραχάνη, Απρίλιος 2007
 

Ὁμιλία στὴν Κυριακή τῶν Μυροφόρων

 

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
 
 
ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί
τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή,

Μυροφόρες, ζηλεύουμε τὰ «μύρα» σας!

 



Τρία χρόνια έζησαν στον ίσκιο Του...Δεν έλαβαν ιαματικά χαρίσματα.Δεν είδαν το Φως της Μεταμόρφωσης.Δεν γεύτηκαν το Σώμα καί το Αίμα Του λίγο πριν το Πάθος.
Έζησαν ταπεινές στην αφάνεια... Δε του έδωσαν μεγαλόστομες υποσχέσεις σαν τον Πέτρο.
Έζησαν ταπεινές στη σιωπή... Έκαναν όμως πράξη τα λόγια του Πέτρου: «Κύριε, μετά σου έτοιμος ειμί καί εις φυλακήν καί εις θάνατον πορεύεσθαι». Πορεύτηκαν μαζί Του...

Όταν οί άντρες, οι χαρισματούχοι, οι εκλεκτοί διασκορπίστηκαν, εκείνες πήραν μαζί Του κλαίγοντας τον ανήφορο του Γολγοθά.
Το αποκορύφωμα της αγάπης... Όταν οί άντρες, οί χαρισματοϋχοι, οί εκλεκτοί έτρεμαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων», εκείνες ξεκίνησαν για τον Τάφο Του. Το αποκορύφωμα της ανδρείας...
Ξεκίνησαν νύχτα για να πάνε στο Φως.Πήραν το δρόμο πού οδηγεί στην Όδό.
Αψήφησαν τη ζωή τους πορευόμενες προς τη Ζωή.

Όλα τα εμπόδια έσβησαν μπροστά στον πόθο να πάνε κοντά Του, να εκπληρώσουν τα καθήκοντα τους απέναντι Του. Το αποκορύφωμα της αφοσίωσης...Η νύχτα,ο φόβος των Ιουδαίων.οι στρατιώτες...όλα παραμερίστηκαν .Ό νους τους καρφωμένος στο τέρμα. Στόν Τάφο. Καί μόνο ό λίθος πού τον έφραζε πλάκωνε καί τις δικές τους ψυχές, «ην γαρ μέγας σφόδρα». «Τις άποκυλίσει ήμϊν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;».
"Ηταν άραγε εκεί όταν ό Κύριος είπε: «εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, έρείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν έκεϊ, καί μεταβήσεται...»: Το άκουσαν ή το διαισθάνονταν με τη γυναικεία τους διαίσθηση; Πάντως είχαν πίστιν ως κόκκον σινάπεως γιατί ούτε ό λίθος τους φράζει τελικά το δρόμο. Προχωρούν...Προχωρούν και αξιώνονται να ακούσουν πρώτες το πιο θαυμαστό, το πιο μεγαλειώδες, το πιο χαρούμενο μήνυμα πού ακούστηκε ποτέ πάνω στη γη καί μάλιστα από χείλη αγγελικά: «Ήγέρθη, ουκ εστίν ώδε». Αξιώνονται να γίνουν ευαγγελίστριες της Αναστάσεως.

Δε ζητούν να δουν Τον Αναστημένο Κύριο. Δε ζητούν να βάλουν το δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων. Δε ζητοϋν να πιάσουν στα χέρια τους τα όθόνια. Δεν μπαίνουν καν στον Τάφο.
Τους αρκούν τα λόγια του Άγνωστου καί το «ότι άποκεκύλισται ό λίθος».
Το αποκορύφωμα της πίστης... Γι' αυτό αξιώνονται πρώτες να δουν τον Κύριο τους καί τον Θεό τους καί ν' ακούσουν τον πιο γλυκό χαιρετισμό από χείλη θεϊκά: «Χαίρετε». "Ανοιξη... Όλα γύρω πλημμυρισμένα από το άρωμα της γαρδένιας, των τριαντάφυλλων, της βιολέτας, της πασχαλιάς... ευλαβική προσφορά της φύσης στον Αναστημένο Κύριο.
Δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα... Όλα γύρω πλημμυρισμένα από το άρωμα της αγάπης, της ανδρείας, της αφοσίωσης, της πίστης... ευλαβική προσφορά της γυναικείας ψυχής στον Αναστημένο Κύριο.
Μυροφόρες, ζηλεύουμε τα «μύρα» σας!


Σοφίας Βαλμά-Γιαννίση
Πρεσβυτέρας-Εκπαιδευτικού΄΄Πειραική Εκκλησία''(Μάιος 2000)
πηγή 

Κυριακή τῶν Μυροφόρων (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

Οι Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης
 Το ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή.
Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν
και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).

Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολμήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.

Κυριακή των Μυροφόρων – Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ; (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ;



«Ὁ δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)
Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».

Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

σταλαγματιες απο την παραδοση

αποψεις...