
Σάββατο 9 Μαΐου 2026
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 10 Μαΐου 2026, τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. δ΄ 5-42)

ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ᾿ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ
τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.
λέγει
πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε,
.....αν μετανοιώσω για τα σφάλματά μου, αν κακαδικάσω τους τρόπους της ζωής μου, τοτε η Χάρις του Θεού θα επισκιάσει....
Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης
Κυριακή της Σαμαρείτιδας
ομιλία ♰π. Αθανασίου Χατζή
100502
Ήτανε Σαββατόβραδο, παραμονή της Σαμαρείτιδος.
Μπήκα μέσα ήσυχα, να μη με πάρη κανένας είδηση. Τον εσπερινό τον έκανε ένας μεσόκοπος παπάς με αρχαία όψη. Ο ψάλτης ήτανε πιο νέος, κ’ έψελνε πολύ κατανυχτικά και ταπεινά. Όλοι-όλοι οι προσκυνητές ήτανε πεντέξη, γυναίκες, τρεις άντρες βουνήσιοι, κ’ ένα παιδάκι που υπηρετούσε τον παπά. Όπως ήτανε σκοτεινά, κρύφτηκα πίσω από μια γωνιά.
Κείνη την ώρα έψελνε ο ψάλτης το δοξαστικό της Σαμαρείτιδος, ένα από τα πιο εξαίσια τροπάρια, που όποτε τ’ ακούσω να τα ψέλνη κανένας καλλίφωνος και ευλαβής ψάλτης, νοιώθω τόση συγκίνηση, που τρέχουνε δάκρυα από τα μάτια μου. Φαντάσου, αγαπητέ αναγνώστη, τι συγκίνηση ένοιωσα κείνη την ώρα, μέσα στην ταπεινή εκείνη εκκλησιά, μαζί με τους βουνήσιους ανθρώπους και με την κυρά Ελένη, ακούγοντας εκείνο το τροπάρι να το ψέλνη με βαθειά κατάνυξη ο καλλίφωνος και ταπεινός ψάλτης του βουνού, που δεν τον ήξερε κανένας. Ήρθανε στο νου μου τα λόγια της κυρά Λένης “Εμείς ζούμε κρυφά από τον Θεό”, κ’ έλεγα μέσα μου “Πόσο κοντά στον Θεό ζούνε τούτοι οι αληθινοί Χριστιανοί!”.
“Έχω ακούσει
Διδαχή την Κυριακή της Σαμαρείτιδος για την πνευματική και αληθινή λατρεία του Θεού (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)
«Οι
αληθινοί προσκηνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία·
και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν» (Ιω. 4, 23).
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο ότι οι αληθινοί ακόλουθοι του αληθινού Θεού Τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά, καθώς και ότι ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις. Αν ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις, είναι φανερό ότι αυτούς μόνο δέχεται, αυτοί μόνο Του είναι ευάρεστοι. Έτσι διακήρυξε ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Ας Τον πιστέψουμε. Μ’ όλη μας την αγάπη ας αγκαλιάσουμε την πανάγια διδαχή Του. Για να Τον ακολουθήσουμε αλάθητα, ας εξετάσουμε τι σημαίνει να λατρεύουμε τον Θεό Πατέρα «πνευματικά και αληθινά». Η αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Το μαρτύρησε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6). Ο Χριστός, η αλήθεια, είναι ο Λόγος του Θεού, που υπήρχε προαιώνια στον Θεό και που είναι Θεός (Βλ. Ιω. 1, 1-2). Διά του Λόγου δημιουργήθηκαν όλα τα όντα, ορατά και αόρατα (Βλ. Ιω. 1, 3. Κολ. 1, 16). «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας· και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα· ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια» (Ιω. 1, 14). «Κανείς ποτέ δεν είδε τov Θεό· μόνο ο μονογενής Υιός, που είναι μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα, Εκείνος Τον έκανε γνωστό» (Ιω. 1, 14). Έκανε γνωστό στους ανθρώπους, φανέρωσε πλήρως στους ανθρώπους τον Θεό ο Υιός του Θεού, ο Λόγος του Θεού. Αποκάλυψε στους ανθρώπους την απρόσιτη σ’ αυτούς αλήθεια, επιβεβαιώνοντάς την αδιαφιλονίκητα με την πλούσια παροχή της θείας χάριτος. «Από τον δικό Του πλούτο πήραμε όλοι εμείς τη μια δωρεά πάνω στην άλλη. Γιατί ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσέως, η θεϊκή χάρη και η αλήθεια, όμως, ήρθαν σ’ εμάς διά του Ιησού Χριστού» (Ιω. 1, 17). Αυτό σημαίνει όχι ότι μας δόθηκε κάποια γνώση περισσότερο ή λιγότερο λεπτομερής και καθαρή για τη χάρη και την αλήθεια, αλλά ότι η ίδια η χάρη και η ίδια η αλήθεια φυτεύθηκαν στην ύπαρξή μας, κάνοντάς μας «μετόχους της θείας φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1, 4).
Η αλήθεια έχει το αντίστοιχο πνεύμα. Είναι «το Πνεύμα της Αλήθειας» (Ιω. 15, 26· 16, 13). Είναι το Πνεύμα «που εκπορεύεται από τον Πατέρα» (Ιω. 15, 26). Είναι «το Πνεύμα το Άγιο» (Ιω. 14, 26). Είναι «το Πνεύμα του Υιού» (Γαλ. 4, 6), καθώς υπάρχει πάντοτε στον Υιό και καθώς συνιστά μαζί μ’ Αυτόν και τον Πατέρα τη μία, αδιαίρετη και ασύγχυτη θεία Ουσία. Η αποδοχή της αλήθειας
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο ότι οι αληθινοί ακόλουθοι του αληθινού Θεού Τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά, καθώς και ότι ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις. Αν ο Θεός θέλει να έχει τέτοιους λάτρεις, είναι φανερό ότι αυτούς μόνο δέχεται, αυτοί μόνο Του είναι ευάρεστοι. Έτσι διακήρυξε ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Ας Τον πιστέψουμε. Μ’ όλη μας την αγάπη ας αγκαλιάσουμε την πανάγια διδαχή Του. Για να Τον ακολουθήσουμε αλάθητα, ας εξετάσουμε τι σημαίνει να λατρεύουμε τον Θεό Πατέρα «πνευματικά και αληθινά». Η αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Το μαρτύρησε ο Ίδιος: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6). Ο Χριστός, η αλήθεια, είναι ο Λόγος του Θεού, που υπήρχε προαιώνια στον Θεό και που είναι Θεός (Βλ. Ιω. 1, 1-2). Διά του Λόγου δημιουργήθηκαν όλα τα όντα, ορατά και αόρατα (Βλ. Ιω. 1, 3. Κολ. 1, 16). «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας· και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα· ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια» (Ιω. 1, 14). «Κανείς ποτέ δεν είδε τov Θεό· μόνο ο μονογενής Υιός, που είναι μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα, Εκείνος Τον έκανε γνωστό» (Ιω. 1, 14). Έκανε γνωστό στους ανθρώπους, φανέρωσε πλήρως στους ανθρώπους τον Θεό ο Υιός του Θεού, ο Λόγος του Θεού. Αποκάλυψε στους ανθρώπους την απρόσιτη σ’ αυτούς αλήθεια, επιβεβαιώνοντάς την αδιαφιλονίκητα με την πλούσια παροχή της θείας χάριτος. «Από τον δικό Του πλούτο πήραμε όλοι εμείς τη μια δωρεά πάνω στην άλλη. Γιατί ο νόμος δόθηκε διά του Μωυσέως, η θεϊκή χάρη και η αλήθεια, όμως, ήρθαν σ’ εμάς διά του Ιησού Χριστού» (Ιω. 1, 17). Αυτό σημαίνει όχι ότι μας δόθηκε κάποια γνώση περισσότερο ή λιγότερο λεπτομερής και καθαρή για τη χάρη και την αλήθεια, αλλά ότι η ίδια η χάρη και η ίδια η αλήθεια φυτεύθηκαν στην ύπαρξή μας, κάνοντάς μας «μετόχους της θείας φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1, 4).
Η αλήθεια έχει το αντίστοιχο πνεύμα. Είναι «το Πνεύμα της Αλήθειας» (Ιω. 15, 26· 16, 13). Είναι το Πνεύμα «που εκπορεύεται από τον Πατέρα» (Ιω. 15, 26). Είναι «το Πνεύμα το Άγιο» (Ιω. 14, 26). Είναι «το Πνεύμα του Υιού» (Γαλ. 4, 6), καθώς υπάρχει πάντοτε στον Υιό και καθώς συνιστά μαζί μ’ Αυτόν και τον Πατέρα τη μία, αδιαίρετη και ασύγχυτη θεία Ουσία. Η αποδοχή της αλήθειας
Ομιλία εις την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα – Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
(Ευαγγέλιο: Ιωάν. δ’ 5-42)
Ανθρωπε! Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως η σωματική τροφή και το ποτό είναι ικανά να θρέψουν και να ξεδιψάσουν την ψυχή σου, θα βρεθείς στο επίπεδο όπου βρίσκονται τα οικόσιτα ζώα και τα άγρια κτήνη. Αν κατόρθωσες να ξεπεράσεις το επίπεδο αυτό κι ελπίζεις πως η ψυχή σου μπορεί να τραφεί και ν’ αναζωογονηθεί από την ανθρώπινη σοφία και το εγκόσμιο κάλλος, τότε θα βρεθείς στο επίπεδο εκείνων που έχουν αποκτήσει ημι-εμπειρία, ημι-ανάπτυξη. Η πρώτη σκέψη είναι ανόητη, η δεύτερη (η ελπίδα) είναι στείρα. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο ακούς τα βογγητά και τις κραυγές του διψασμένου κόσμου και νομίζεις πως είναι τραγούδια κι ευωχίες, μια προσπάθεια να ξεδιψάσει κανείς με τη δίψα των άλλων. Αν ξεπέρασες το επίπεδο αυτό κι ένιωσες μια ανέκφραστη δίψα, που καμιά πηγή στον κόσμο δε θα μπορούσε να τη σβήσει – που δε θα μπορούσε ούτε κι ολόκληρος ωκεανός να τη σβήσει – τότε έχεις αποκτήσει πραγματική εμπειρία, είσαι άνθρωπος αληθινός. Μόνο όταν βρεθείς στο επίπεδο αυτό της ακόρεστης πνευματικής δίψας, της δίψας εκείνης που ένιωσε κι ο Δαβίδ, θα κατανοήσεις με πληρότητα το σημερινό ευαγγέλιο.
***
«Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας την λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού» (Ιωάν. δ’, 5). Η περιοχή ολόκληρη από την Ιουδαία μέχρι τη Γαλιλαία ονομάζεται Σαμάρεια. Το όνομά της το έλαβε από το βουνό Σαμάρεια. Ο δρόμος από την Ιερουσαλήμ προς τη Γαλιλαία εξακολουθεί να περνάει από τη Συχάρ (τη σημερινή Ασκάρ). Εκεί είναι ένα κομμάτι γης που το είχε αγοράσει ο Ιακώβ από τους γιους του Εμώρ κι έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο, που το ονόμασε «Θεός του Ισραήλ» (Γεν. λγ’, 19-20). Αργότερα ο Ιακώβ δώρησε τη γη αυτή στο γιο του Ιωσήφ.
«Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ, ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη» (Ιωάν. δ’, 6). Η πηγή αυτή
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος: (†) Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης- Πῶς θὰ παρηγορηθοῦμε στὶς θλίψεις
«Διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ…» (Πράξ. 11,19)
Ὁλοι, ἀγαπητοί μου, σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ ζητοῦν ἕνα πρᾶγμα· τὴν εὐτυχία. Ἐν τούτοις ἡ εὐτυχία εἶνε πουλὶ ἄπιαστο. Τὸ κυνηγοῦν, μὰ δὲν πιάνεται.
Ἂς πᾶμε νὰ ρωτήσουμε κάθε ἄνθρωπο, εἶνε εὐτυχής; Μπαίνω σὲ μιὰ καλύβα κι ἀκούω· «Πεινῶ…». Μπαίνω στὰ μεγάλα σπίτια μὲ τὶς ἀνέσεις, κι ἀκούω ἕναν ἄρρωστο νὰ μοῦ λέῃ· «Πουλῶ τὸ παλάτι, δός μου τὴν ὑγειά μου. Προτιμῶ νὰ κατοικῶ σὲ τσαντίρι, παρὰ νὰ πάσχω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια…». Φεύγω ἀπὸ ᾿κεῖ, συναντῶ στὸ δρόμο ἕναν καὶ μοῦ λέει· «Στενοχωριέμαι· σπίτι δὲν ἔφτειαξα, οἰκογένεια δὲν ἔχω, ὁλομόναχος εἶμαι, σύντροφο ζητάω, δυστυχισμένος εἶμαι…». Συναντῶ παρακάτω κάποιον ἄλλο ποὺ εἶνε παντρεμένος, καὶ τὸν ρωτῶ· Εἶσαι εὐτυχισμένος; Μοῦ λέει· «Καταραμένη ἡ μέρα ποὺ παντρεύτηκα. Κόλασι ἔχω μέσα στὸ σπίτι…». Συναντῶ κάποιο ἀντρόγυνο ποὺ δὲν ἔχει παιδιὰ κι ἀναστενάζει. Συναντῶ ἕναν ἄλλο ποὺ ἔχει παιδιά, ἀλλὰ κλαίει γιατὶ τὰ παιδιά του κάθε μέρα τὸν ποτίζουν φαρμάκι…
Ποῦ νὰ πάω; Στὰ ἐργοστάσια ἀναστενάζουν οἱ ἐργάτες, στὰ καράβια ὑποφέρουν οἱ ναυτικοί, στὰ νοσοκομεῖα βογγοῦν οἱ ἄρρωστοι… Ὅποιον ἄνθρωπο κι ἂν βρῶ, ὁπουδήποτε κι ἂν πάω, συναντῶ μιὰ δυστυχία ἀπερίγραπτη, ἕνα πόνο καὶ μιὰ θλῖψι ἀφόρητη.
Λένε γιὰ κάποιο βασιλιᾶ, ὅτι εἶπε στὸν ὑπασπιστή του· Ἐγὼ παρὰ τὰ πλούτη μου δὲν εἶμαι εὐτυχισμένος. Γύρισε τὸ βασίλειο, καὶ ἂν βρῇς κάποιον εὐτυχισμένο, πάρε τὸ πουκάμισό του νὰ μοῦ τὸ φέρῃς. Γυρίζει ὁ ὑπασπιστὴς παντοῦ, ἀλλὰ δὲ βρῆκε κανέναν ἀπόλυτα εὐτυχισμένο. Μόνο σὲ μιὰ καλύβα βρῆκε κάποιον ποὺ τοῦ εἶπε, πὼς εἶνε εὐτυχισμένος. Λέει ὁ ὑπασπιστής·
- Δόξα τῷ Θεῷ! Δός μου τὸ πουκάμισό σου.
- Μὰ δὲν ἔχω πουκάμισο, ἀπαντᾷ ὁ φτωχός. Ἕνας βρέθηκε εὐτυχισμένος,
Κυριακή της Σαμαρείτιδος: Σχετικά με τη συνάντηση του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ιω. δ΄, 5-42) (Υπομνηματισμός των χωρίων Ιω. 4, 4-12)
(Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΛΑ’ από το Υπόμνημα του Ιερού Χρυσοστόμου στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Ὡς οὖν ἔγνω ὁ Κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι Ἰησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ Ἰωάννης- καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ᾿ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ-ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν (: όταν λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι πληροφορήθηκαν πως ο Ιησούς κάνει και βαπτίζει περισσότερους μαθητές παρά ο Ιωάννης – αν και δε βάπτιζε ο ίδιος ο Ιησούς, αλλά οι μαθητές Του – εγκατέλειψε την Ιουδαία και αναχώρησε για τη Γαλιλαία)» [Ιω. δ, 4].
«Γιατί λοιπόν αναχωρεί από την Ιουδαία;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Όχι από δειλία φυσικά, αλλά για να σταματήσει τη ζηλοτυπία των Ιουδαίων και να ανακόψει τον φθόνο τους. Είχε βέβαια τη δυνατότητα να τους αντιμετωπίσει εάν Του έκαναν επίθεση, αλλά δε θέλει να το πράττει αυτό συχνά, για να μην κινούνται αμφιβολίες για την πραγματικότητα της κατά σάρκα γεννήσεως του Υιού του Θεού. Διότι, εάν κάθε φορά που Τον συλλάμβαναν, διέφευγε, ασφαλώς πολλοί θα σχημάτιζαν σχετικές υποψίες. Για τον λόγο αυτό, τις περισσότερες πράξεις Του τις έκανε σαν να ήταν ένας απλός άνθρωπος. Διότι όπως ήθελε να πιστέψουν στη θεϊκή Του υπόσταση, έτσι ήθελε να πιστέψουν επίσης ότι, αν και Θεός, έφερε σάρκα ανθρώπινη. Γι’ αυτό και ύστερα από την Ανάσταση έλεγε προς τους μαθητές· «ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα (: ψηλαφήστε με με τα χέρια σας και δείτε ότι δεν είμαι πνεύμα, όπως νομίζετε, διότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε εμένα να έχω)» [Λουκ. 24, 39]. Επίσης για τον ίδιο λόγο επιτίμησε τον Πέτρο όταν Του είπε «ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο (: Ο Θεός να σε φυλάξει, Κύριε, από όσα φοβερά μας είπες ότι θα σου συμβούν. Δεν πρέπει να σου συμβούν αυτά και να σε θανατώσουν)» [Ματθ. 16, 22]. Τόση σπουδαιότητα απέδιδε ο Κύριος στο θέμα αυτό, στο να πιστευτεί δηλαδή ότι έφερε και την ανθρώπινη σάρκα. Άλλωστε και μεταξύ των δογμάτων της Εκκλησίας δεν είναι μικρό το θέμα αυτό, ούτε για τη σωτηρία μας αποτελεί κάτι το ασήμαντο το κεφάλαιο αυτό, διά του οποίου έχουν γίνει και έχουν επιτευχθεί τα πάντα. Διότι έτσι και ο θάνατος καταλύθηκε και η αμαρτία συγχωρήθηκε και η κατάρα εξαφανίστηκε και άπειρα αγαθά εισήλθαν στη ζωή μας. Για τον λόγο αυτό ήθελε παρά πολύ να πιστέψουν οι άνθρωποι στην αλήθεια ότι η κατά σάρκα Γέννησή Του υπήρξε η ρίζα και η πηγή των αναρίθμητων αγαθών. Και ενώ φρόντιζε για την απόδειξη της ανθρώπινής Του φύσης, δεν άφηνε παράλληλα ούτε τη θεία να συσκιάζεται.
Αφού αναχώρησε λοιπόν από την Ιουδαία,
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







