Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Η Ευγενής Απόσυρση: Η Ανάληψη του Χριστού ως Θεϊκή Σιωπή και Υπέρβαση της Εξουσίας
Η
ιστορία του Χριστού δεν τελειώνει με τη Σταύρωση· ούτε με την Ανάσταση·
τελειώνει με την ευγενέστερη όλων των πράξεων: την απόσυρση.
Η Ανάληψη, αυτή η σιωπηλή ανάβαση προς τους ουρανούς, δεν είναι μια θεαματική αποχώρηση, αλλά μια λεπταίσθητη, σχεδόν αόρατη, αποδέσμευση από τον κόσμο.
Είναι το τέλος της ενσάρκωσης και η αρχή της διακριτικής, άυλης παρουσίας.
Ο Χριστός, που βάδισε ανάμεσα στους ανθρώπους, που άγγιξε, έκλαψε, δίδαξε και πόνεσε, αποχωρεί. Όχι γιατί εγκαταλείπει, αλλά γιατί σέβεται.
Δεν αποσύρεται για να απουσιάζει, αλλά για να δώσει χώρο στην ελευθερία.
Η ανάληψη δεν είναι φυγή, είναι η τελευταία πράξη ταπείνωσης.
Όταν οι θνητοί κατακτούν εξουσία, την κρατούν με νύχια και με δόντια.
Ο Χριστός, έχοντας νικήσει τον θάνατο, θα μπορούσε να ιδρύσει βασίλειο επίγειο, να αξιώσει δικαιοσύνη, να κυβερνήσει τους λαούς με θεϊκή βεβαιότητα.
Όμως επιλέγει την ανάληψη.
Επιλέγει να μην εξουσιάσει, να μη διατάξει, να μην επιβληθεί.
Η θεϊκή του δύναμη φανερώνεται στην απόσυρση. Η εξουσία Του εκδηλώνεται στην άρνηση της.
Πόση ευγένεια υπάρχει στην άρνηση της κυριαρχίας!
Στην άρνηση να συνεχίσει να είναι παρών με την ένσαρκη βεβαιότητα.
Η Ανάληψη είναι το αντίθετο του θριάμβου, είναι μια πράξη σιωπηλής αγάπης, είναι η θεϊκή συστολή, η απόλυτη μορφή ελευθερίας.
Όχι πια εντολές, όχι θαύματα, όχι επιτιμήσεις· μόνο μια σιωπή που χωρά τον κόσμο.
Ο Χριστός δεν αναχωρεί από αδυναμία· αποσύρεται από πληρότητα.
Είναι πλήρης η αγάπη Του, ώστε δεν χρειάζεται πια παρουσία.
Γίνεται αόρατος για να γίνει παγκόσμιος. Αναλαμβάνεται για να κατασκηνώσει στο πνεύμα του ανθρώπου.
Η πράξη αυτή συνιστά θεολογικά το απόγειο της συγκατάβασης.
Η Ανάληψη, αυτή η σιωπηλή ανάβαση προς τους ουρανούς, δεν είναι μια θεαματική αποχώρηση, αλλά μια λεπταίσθητη, σχεδόν αόρατη, αποδέσμευση από τον κόσμο.
Είναι το τέλος της ενσάρκωσης και η αρχή της διακριτικής, άυλης παρουσίας.
Ο Χριστός, που βάδισε ανάμεσα στους ανθρώπους, που άγγιξε, έκλαψε, δίδαξε και πόνεσε, αποχωρεί. Όχι γιατί εγκαταλείπει, αλλά γιατί σέβεται.
Δεν αποσύρεται για να απουσιάζει, αλλά για να δώσει χώρο στην ελευθερία.
Η ανάληψη δεν είναι φυγή, είναι η τελευταία πράξη ταπείνωσης.
Όταν οι θνητοί κατακτούν εξουσία, την κρατούν με νύχια και με δόντια.
Ο Χριστός, έχοντας νικήσει τον θάνατο, θα μπορούσε να ιδρύσει βασίλειο επίγειο, να αξιώσει δικαιοσύνη, να κυβερνήσει τους λαούς με θεϊκή βεβαιότητα.
Όμως επιλέγει την ανάληψη.
Επιλέγει να μην εξουσιάσει, να μη διατάξει, να μην επιβληθεί.
Η θεϊκή του δύναμη φανερώνεται στην απόσυρση. Η εξουσία Του εκδηλώνεται στην άρνηση της.
Πόση ευγένεια υπάρχει στην άρνηση της κυριαρχίας!
Στην άρνηση να συνεχίσει να είναι παρών με την ένσαρκη βεβαιότητα.
Η Ανάληψη είναι το αντίθετο του θριάμβου, είναι μια πράξη σιωπηλής αγάπης, είναι η θεϊκή συστολή, η απόλυτη μορφή ελευθερίας.
Όχι πια εντολές, όχι θαύματα, όχι επιτιμήσεις· μόνο μια σιωπή που χωρά τον κόσμο.
Ο Χριστός δεν αναχωρεί από αδυναμία· αποσύρεται από πληρότητα.
Είναι πλήρης η αγάπη Του, ώστε δεν χρειάζεται πια παρουσία.
Γίνεται αόρατος για να γίνει παγκόσμιος. Αναλαμβάνεται για να κατασκηνώσει στο πνεύμα του ανθρώπου.
Η πράξη αυτή συνιστά θεολογικά το απόγειο της συγκατάβασης.
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή.
… Μη νομίσεις πως έχω να σου πω κάτι μεγάλο. Ένας φτωχός μοναχός είμαι. Μα όταν ένας άνθρωπος περνά τόσο βαριά δοκιμασία, καμιά φορά δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζεται μόνο να αισθανθεί πως κάποιος τον θυμάται ενώπιον του Θεού και παρακαλεί την Παναγία να τον σκεπάζει.
Τώρα, παιδί μου, να μη βασανίζεις τον νου σου με πολλούς λογισμούς. Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή. Έρχονται σαν τη μύγα στην πληγή και δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Να τους αφήνεις να περνούν και να λες σιγά: «Χριστέ μου, κράτησέ με». Αυτό, όταν βγαίνει από πόνο, είναι μεγάλη προσευχή.
Ο κόσμος σε αγάπησε πολύ. Έδωσες χαρά, φως, γλυκύτητα σε ανθρώπους που ίσως δεν γνώρισες ποτέ. Αυτό ο Θεός το βλέπει αλλιώς απ’ ό,τι το βλέπουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι θυμούνται τα φώτα, τα χειροκροτήματα, την ομορφιά, την λάμψη. Ο Θεός όμως βλέπει τον κόπο της καρδιάς, την κούραση που κρύφτηκε πίσω από το χαμόγελο, την ψυχή που έδωσε χαρά ενώ και η ίδια πολλές φορές θα είχε ανάγκη από παρηγοριά.
Και τώρα που η ψυχή ζητά ανάπαυση, να την ακουμπήσεις ήσυχα στον Χριστό. Ο Θεός δεν ζητά από τον άρρωστο κατορθώματα. Δεν ζητά μεγάλες προσευχές,
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Κυριακή του Τυφλού: Η πίστη που σε λυτρώνει, ο πόνος που σε ανεβάζει πνευματικά
Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης
Ομιλία ♰π. Αθανασίου Χατζή
13 Μαΐου 2007
Κυριακή τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ: Ὁμιλία εἰς τόν τυφλόν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)
«Καί
διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν
αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ
γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»
1. «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50, 6).
Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν.
Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9, 32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι,
1. «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50, 6).
Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν.
Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9, 32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι,
Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)
«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρισαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διάθεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).
Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κατάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).
Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοήθεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρισαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διάθεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).
Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κατάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).
Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοήθεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε
Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026, Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ Κατά Ἰωάννην Θ' 1-38
ῷ
καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ
ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ
γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν
οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Ἐμὲ
δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε
οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ
ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε
νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος.
ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ
θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον·
οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν·
ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν
αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν·
ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς
καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν
δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ
οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ
σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς
ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ
εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ
βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ
τοῦ Θεοῦ,
ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
π. Δημητρίου Μπόκου
Περπατώντας ο Χριστός στο μέσον της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, βλέπει μπροστά του (όχι βέβαια τυχαία) έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Οι μαθητές του εξέφρασαν την απορία, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί έτσι. Και ο Χριστός απάντησε ότι δεν αμάρτησε κανένας, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν, με όσα θα γίνουν σ’ αυτόν, τα έργα του Θεού. Να γίνει δηλαδή φανερή στα μάτια των ανθρώπων η σωτηρία που απεργάζεται ο Θεός με την άπειρη δύναμη και αγαθότητά του, ούτως ώστε, ερχόμενοι «εις επίγνωσιν αληθείας» οι άνθρωποι, να δοξάσουν με ευγνωμοσύνη τον Θεό (Κυριακή του Τυφλού).
Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε
παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4).
Όμως ο Χριστός λέει το αντίθετο.
Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε
παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4).
Όμως ο Χριστός λέει το αντίθετο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








