Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα. Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά
μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.
Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα. Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά
μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.
Ἱερομονάχου +Ἀθανασίου Χατζῆ
καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δουραχάνης
ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
Σήμερα ἀνάμνηση καὶ σταθμὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὰ Ἅγια Θεοφάνεια. Θὰ ἤθελα νὰ πῶ πρὸς τὸν ἑαυτὸ μου καὶ πρὸς τὴν ἀγάπη σας, ἂν μποροῦσα νὰ συλλάβω αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο, αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, θὰ ἤμουν ὄχι μόνο εὐτυχής, ἀλλά, ὁπωσδήποτε πολὺ πιὸ διαφορετικὸς καὶ πολὺ καλύτερος.
Στὴ
φύση σήμερα λυγίζουν τὰ βουνά, βλέπουν τὸν Δημιουργὸ νὰ κατεβαίνει σὰν
ἄνθρωπος. Ὁ Ἰορδάνης νὰ γυρίζει πίσω τὰ νερὰ ἀπὸ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν
ἀπορία. Τὰ πάντα ὅλα γύρω κάμπτουν γόνυ, γιὰ νὰ ὑμνήσουν, νὰ
εὐχαριστήσουν κι ἀποροῦν πόσο πολὺ ἀγαπάει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὴ
ἡ παντοδυναμία Του, αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ θυσία ποὺ κάνει, ἡ ταπείνωση ποὺ
δέχεται, νὰ ἄρχεται ὁ Ἄναρχος, νὰ γίνει ὁ Θεὸς ἄνθρωπος, ὅλα αὐτὰ τὰ
πράγματα πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζουν. Πρέπει νὰ ἀξιοποιήσουμε αὐτὰ τὰ
ὁποία ὁ Ἴδιος, εἴτε μᾶς τὰ ἔχει πεῖ μὲ τὸν Λόγο Του εἴτε ἀκόμα καὶ μὲ τὸ
Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, πού με ἀξίωσε να τελῶ, δίνει ἄφθονα πνευματικὰ
ἀγαθά. Γι’ αὐτό, λοιπόν, πόσο θὰ ἤθελα, αὐτὲς τὶς μέρες, νὰ νιώσουμε
αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο, αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὕστερα
τὰ πράγματα θὰ ἦταν ἀλλιῶς.
Πάντοτε λέω καὶ στὸν ἑαυτὸ μου καὶ σὲ
σᾶς, δὲν θέλω νὰ Τὸν φοβᾶμαι τὸν Θεό. Τὴν παντοδυναμία Του αὐτή, τὴ
δύναμη αὐτή, δὲν πρέπει νὰ τὴ φοβᾶμαι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ Τὸν γνωρίσω,
εἶναι συμφέρον μου νὰ ἔχω πραγματικὰ φιλία, νὰ εἶμαι φίλος Του κατὰ τὰ
λόγια
Η ανίκητη ελπίδα
Χρήστος Χρηστοβασίλης
Ανήμερα τα Φώτα, το δειλινό της παραμονής του Αϊ- Γιαννιού, η κάκω η Μήτραινα, σαν όλες τις παραμονές του Αϊ-Γιαννιού, έσφαξε μια παχιά και μεγάλη κότα, από τες δέκα-δώδεκα κοτούλες που είχε στην πλατύχωρη αυλή της, τη ζεμάτησε, τη μάδησε και την έβαλε να βράσει ακέρια, μέσα σ' ένα κακάβι, συγύρισε το σπιτοκάλυβό της, έστρωσε στην κορφή της παραστιάς τη νυφιάτικη την προκόβα της, έδεσε τη γκρινιάρα της τη σκύλα στην κρικέλα, και περίμενε, σαν όλες τις παραμονές του Αϊ- Γιαννιού, να' ρθει ο ξενιτεμένος της ο Γιάννης, ξημερώνοντας του Αϊ-Γιαννιού.
Αυτή η ιστορία εξακολουθούσε χρόνια και χρόνια.
Ήταν ακόμη νια η κάκω η Μήτραινα, όταν χήρα πεντάμορφη και πεντάρφανη, ξεκίνησε τον μονάκριβό της τον Γιάννη για την έρημη την ξενιτιά. Δεν είχε ακόμα άσπρη τρίχα στα κατάμαυρα και σγουρά μαλλιά της, όταν τον φίλησε για ύστερη φορά, και τον είδε ψηλά από τη ραχούλα, από τ' αγνάντια απάνω, με δακρυόπνιχτα μάτια, να χάνεται στο μάκρος του δρόμου, και να γίνεται άφαντος. Χρόνια και χρόνια από τότε η δόλια η κάκω Μήτραινα περνούσε τη ζωή της μονάχη στο σπιτοκάλυβό της, έχοντας για μόνη συντροφιά της τους τέσσερους τοίχους, το εικόνισμα, τη στια, μια γίδα, μια γάτα, μια σκύλα και καμιά δεκαριά κότες,