Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28-6-2026 Δ΄ Ματθαίου

 

Ματθαίου η΄ 5-13
 


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ' ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Νέα Τάξη Πραγμάτων, ποιμένες καί πιστοί: Μήπως ἔχουμε προσωπίδες; Ὁμιλία + π. Ἀθανασίου Χατζῆ

 

 

 

Το παράδειγμα του εκατοντάρχου (π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότ. Καθηγ. Παν. Αθηνών)

 

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθαίου η’ 5-13)

«Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε…» (Ματθ. η’ 10)



1. Το σημερινό Ευαγγέλιο μας δίνει το αδρό πορ­τραίτο ενός στρατιωτικού που ελκύσθηκε από τη γοη­τεία του Χριστού μας. Όταν βλέπει δε κάποιος στη ψυχή του τόσα προσόντα, νοιώθει δικαιολογημένα κάποια έκπληξη. Η ζωή και η ιστορία μας έχει συνη­θίσει να βλέπουμε κάπως διαφορετικά ένα στρατιωτι­κό. Σαν άνθρωπο σκληρό και βίαιο. Όχι σπάνια δε α­πό τις καταχρήσεις ωρισμένων δημιουργείται και μιά αποστροφή προς την τάξη των στρατιωτικών, και γε­νικά προς κάθε ένστολο, διότι (πιστεύεται ότι) συνδέ­ονται με την βία και την επιβολή.
Ο εκατόνταρχος έχει συγκεκριμένο λόγο που έρ­χεται στο Χριστό. Τρέχει να τον συναντήσει, για να παρακαλέσει για τον δούλο του, που υπέφερε από πα­ραλυσία. Και μόνο η πράξη του αυτή ανεβάζει πολύ τον άνθρωπο αυτό στην συνείδησή μας, αν αναλογι­σθεί κανείς τη θέση των δούλων και μάλιστα την επο­χή εκείνη. Ήταν άνθρωποι οι δούλοι μόνο στη μορ­φή. Κοινωνικά δεν διέφεραν από τα ζώα. Δεν έκαναν μόνο όλες τις βαρειές δουλειές -κάτι ανάλογο που κάνουν οι ξένοι εργάτες σήμερα ή οι λαθρομετανά­στες-, αλλά και ζούσαν στο έλεος των αφεντικών τους, που τους διέθεταν

όπως ήθελαν. Γιά ένα τέτοιο κοινωνικά υποβιβασμένο

Χαλεποὶ καιροὶ καὶ χρειάζεται ἡ Θεία Χάρις

 

 Οπωσδήποτε χρειάζεται η Θεία βοήθεια, η Θεία χάρη.  

Βάλεται η Ορθοδοξία και η πατρίδα μας.
Να ζητήσουμε δύναμη και Χάρη να σταθούμε όρθιοι.
 
 

Δύο ἀνόμοια μεγέθη

 

 
π. Δημητρίου Μπόκου

νας Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος στὴν Καπερναοὺμ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο του, ποὺ βασανιζόταν πολὺ ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ ἦταν κοντὰ στὸν θάνατο. Ὁ Χριστὸς προθυμοποιήθηκε νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του καὶ νὰ τὸν θεραπεύσει, ὅμως ὁ ἑκατόνταρχος ἀντέτεινε ὅτι θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του νὰ δεχτεῖ τὸν Χριστὸ «ὑπὸ τὴν στέγην» του. Ἀλλά, πιστεύοντας ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξουσιάζει τὰ πάντα, τοῦ ζήτησε νὰ δώσει μιὰ ἁπλὴ ἐντολὴ καὶ ἡ ἀρρώστια θὰ τὸν ὑπακούσει καὶ θὰ φύγει, ὅπως αὐτὸς δίνει ἐντολὲς σὲ στρατιῶτες καὶ δούλους ποὺ βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσία του καὶ αὐτοὶ ὑπακούουν. Ὁ Χριστὸς θαύμασε τὴν πίστη του καὶ τὴν ἐπαίνεσε. Καὶ φυσικὰ θεράπευσε μὲ ἕνα λόγο τὸν δοῦλο του (Κυριακὴ Δ ́ Ματθαίου).
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς παραθέτει καὶ μιὰ ἐλαφρῶς διαφορετικὴ ἐκδοχὴ γιὰ τὸ γεγονός, κατὰ τὴν ὁποία, ὁ ἑκατόνταρχος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἐντελῶς ἀνάξιο νὰ παρουσιασθεί αὐτοπροσώπως μπρὸς στὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιστρατεύει μερικοὺς ἀπὸ τοὺς «πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων», κάποιους δηλαδὴ προεστούς, νὰ μεσιτεύσουν γιὰ
χάρη του καὶ νὰ παρακαλέσουν γιὰ τὸ αἴτημά του (Λουκ. 7, 3). Δείχνει ἕνα ἀπολύτως ὑγιὲς πνευματικὸ φρόνημα: Τὴν αἴσθηση ἀναξιότητας μπρὸς στὸ ἀπέραντο θεϊκὸ μεγαλεῖο ποὺ ἀποκτοῦν οἱ ἅγιοι, ὅσο περισσότερο πλησιάζουν τὸν Θεό.
Αὐτὸ ἐπισυμβαίνει στοὺς ἁγίους μὲ τὴν ὄξυνση τῆς πνευματικῆς τους ὅρασης.

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θ. Λ., ομιλία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον.

 

 
 

Ομιλία ΚΣΤ του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον.
Σε όλο το Ευαγγέλιο του Χριστού βλέπει κανείς πόσο αφοσιωμένος ήταν σ’ Αυτόν ο λαός. Διότι και όταν ομιλούσε τον άκουγαν σιωπηλοί, χωρίς να παρεμβαίνουν ούτε να διακόπτουν τη συνέχεια του λόγου του, ούτε και προσπαθούσαν να εύρουν αφορμή για να τον κατηγορήσουν όπως οι Φαρισαίοι. Αλλά και μετά τη διδασκαλία τον ακολουθούσαν πάλι με θαυμασμό. Συ όμως πρόσεξε, παρακαλώ, τη σύνεση του Κυρίου, πώς οικονομεί ποικιλοτρόπως την ωφέλεια των παρόντων, μεταβαίνοντας από τα θαύματα στους λόγους. Και πάλι, ερχόμενος από τους λόγους της διδασκαλίας στα θαύματα. Διότι και πριν ανεβεί στο όρος θεράπευσε πολλούς, προετοιμάζοντας το έδαφος για όσα θα έλεγε, αλλά και μετά την ολοκλήρωση της μακράς αυτής επί του όρους διδασκαλίας, πάλιν έρχεται σε θαύματα, επιβεβαιώνοντας τους λόγους με τα έργα του. Και επειδή εδίδασκε ως έχων εξουσίαν, για να μη νομισθεί ο τρόπος της διδασκαλίας του κομπασμός και αυθάδεια, κάνει το ίδιο και με τα έργα: θεραπεύει ως εξουσίαν έχων, για να μη θορυβούνται βλέποντάς τον να διδάσκει με αυτόν τον τρόπο, αφού με τον ίδιο τρόπο έκανε και τα θαύματα.
Όταν λοιπόν κατέβη από το όρος, τότε προσήλθε ο λεπρός, ενώ ο εκατόνταρχος έπειτα από λίγο, μόλις εισήλθε στην Καπερναούμ. Για ποιο λόγο όμως ούτε αυτός ούτε εκείνος ανέβησαν στο όρος; Όχι από ραθυμία, διότι και των δύο η πίστις ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν δε προσήλθε ο εκατόνταρχος, λέγει: «ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι απολογούμενος ανέφερε την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. Διότι δεν ήταν δυνατόν, λέγει, να τον μεταφέρει σηκωτόν, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στις τελευταίες αναπνοές του. Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, λέγει ο Λουκάς ότι έμελλε τελευτάν. Εγώ όμως βλέπω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλυτέρα από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη στέγη. Διότι γνωρίζοντας σαφώς ότι και μόνη η προσταγή του αρκεί για να εγερθεί ο κατάκοιτος, εθεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.
Τι έκαμε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που σε καμία προηγούμενη περίπτωση δεν είχε κάμει. Ενώ δηλαδή παντού ακολουθούσε την προαίρεση αυτών που τον ικέτευαν, εδώ σπεύδει, και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία. Και το πράττει αυτό για να μάθουμε την αρετή του εκατόνταρχου. Και τι λέγει ο εκατόνταρχος; «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Η ΠΟΝΗΡΗ ΕΛΗΜΟΣΥΝΗ



π . Δ η μ η τ ρ ί ο υ Μ π ό κ ο υ
 
Στη ροή της επί του Όρους ομιλίας του ο Χριστός είπε και τα εξής παραβολικά λόγια: «Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός». Φως για το σώμα είναι το μάτι. Αν το μάτι σου είναι γερό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό, θα βλέπει καλά. «Εάν δε ο οφθαλμός σου πονηρός η», αν το μάτι σου είναι άρρωστο, τυφλό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό.
Βυθισμένο στο σκοτάδι (Κυριακή Γ ́ Ματθαίου). Τί θέλει να πει με αυτά τα τόσο απλά λόγια ο Χριστός;
Ότι όπως σκοτεινιάζει το μάτι σου, έτσι μπορεί να σκοτεινιάσει και η καρδιά σου. Και από τί προκαλείται ο σκοτισμός αυτός; Από τα πάθη της αμαρτίας φυσικά. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης π. χ. αναφέρει την εξής περίπτωση: Όποιος αγαπάει τον συνάνθρωπό του «εν τω φωτί μένει».
Αλλά όποιος τον μισεί «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί» και δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, διότι «η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Μιλάει φυσικά για το πνευματικό σκοτάδι που κατακλύζει τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής (Α ́ Ιω. 2, 10-11).
Ο Χριστός εδώ έχει κατά νουν μια άλλη περίπτωση. Θεωρεί σκοτάδι που τυφλώνει τους νοερούς οφθαλμούς, την προσκόλληση στον πλούτο, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία. Λίγο πριν είχε μιλήσει αποτρεπτικά για την αγωνιώδη προσπάθεια των ανθρώπων να θησαυρίζουν.

Μη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας επίγειους θησαυρούς, είπε, αλλά θησαυρούς στον ουρανό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας (Ματθ. 6, 18-21).
Αν ο άνθρωπος προσκολληθεί στους επίγειους θησαυρούς, θα γίνει ειδωλολάτρης. Είδωλο, θεό του, θα έχει το χρήμα. Γι’ αυτό και οι χαρακτηρισμοί

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

” Φῶς τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός”

 



Συναντᾶμε τὸν κόσμο, τὸν γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας· καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις δὲν ἔχουμε μόνο ἐπίγνωση τοῦ κόσμου, ἀλλά ὑπάρχουμε κιόλας σ’ αὐτόν. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις μᾶς φέρνουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων γύρω μας, ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς δημιουργοῦν ἄμεσα συναισθήματα καὶ ἐντυπώσεις ποὺ κάποιες φορὲς μᾶς ἀλλοιώνουν πολὺ βαθειά.

Ἡ ὅραση μας, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο Του, εἶναι ὁ μόνος δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ κόσμου μὲ ἠρεμία, μὲ πλήρη κατάπαυση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπὸ τὴν προϋπόθεση, ὅπως ὁ Κύριος τὸ θέτει, ὁ ὀφθαλμὸς μας νὰ εἶναι ἁπλός, νὰ εἶναι φῶς, ποὺ θὰ ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεται στὴν συνείδηση μας μόνο τὸ φῶς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Ἄγγλους συγγραφεῖς μᾶς δίνει δύο εἰκόνες ποὺ πιστεύω θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου· στὸ μυθιστόρημα του “All Hallows’ Eves”, ὁ Τσάρλς Οΐλιαμς μᾶς παρουσιάζει μιὰ νέα γυναῖκα ποὺ πεθαίνει σ’ ἕνα ἀτύχημα, καί τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ σταδιακὰ βρίσκει τὸν δρόμο πρὸς ἕναν νέο κόσμο.

Βρίσκει τὸν ἑαυτὸ της νὰ στέκεται στίς ὄχθες τοῦ Τάμεση· κοιτᾶ τὰ νερά, καὶ ξαφνικὰ βλέπει τὰ νερὰ, ὅπως δὲν τὰ εἶχε δεῖ ποτὲ στὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ψυχή της ἦταν ἕνα μὲ τὸ σῶμα· τότε ἔνοιωθε μιὰν ἀποστροφὴ γιὰ αὺτὰ τὰ μαῦρα, βρώμικα, γλοιώδη νερά, γιατὶ στὴν φαντασία της συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις.

Ἀλλά τώρα ἡ ψυχή της εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κοιτάζει τὰ νερὰ τοῦ Τάμεση ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι, σάν ἕνα γεγονός· βλέπει τὰ νερὰ σὰν αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ διασχίζει μιὰ μεγάλη πόλη, μαζεύοντας ὅλη τὴν βρωμιά της καὶ παρασύροντάς την μακριά. Κι ἐπειδὴ δὲν νοιώθει πιὰ τὴν φυσικὴ ἀποστροφὴ

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς Γ΄ Ματθαίου

 



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 – 33

22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26

ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Οφθαλμός καθαρός. Ομιλία +π. Αθανασίου Χατζή

 

 





Κυριακή Γ’ Ματθαίου: Ερμηνεία ευαγγελικής περικοπής (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

 



(Ματθ. 6, 22-33)

Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου (ομιλίες Κ΄ και ΚΑ’ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 6, 22-23

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; (: Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι [λύχνος που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους, το λογικό που σας έχει δώσει ο Θεός]. Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλο το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινό [έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδιά σου δεν έχουν τυφλωθεί από την προσκόλληση στους επίγειους θησαυρούς]. Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένο και ανίκανο να δει το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωσε ο Θεός [ο νους δηλαδή και η συνείδηση, εξαιτίας της προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά] είναι σκοτάδι, τότε το ηθικό σκοτάδι της ψυχής σου πόσο πυκνό και αδιαπέραστο θα είναι;)» [Ματθ. 6, 22-23] [ερμην. απόδοση Ιω. Κολιτσάρα].

Επειδή προηγουμένως είχε αναφέρει τον νου και είπε γι’ αυτόν ότι γίνεται ολότελα υπόδουλος και αιχμάλωτος, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολα κατανοητό από τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό στρέφει τη διδασκαλία προς τα εξωτερικά και τα πράγματα που βρίσκονται που είναι περισσότερο αντιληπτά με τις αισθήσεις μας και τα

καθημερινά μας βιώματα, ώστε διαμέσου αυτών να κατανοήσουν και τα πνευματικά θέματα. «Εάν λοιπόν, δεν αντιλήφθηκες», λέγει, «τι είναι τέλος πάντων η βλάβη του νου, να το καταλάβεις από τα υλικά πράγματα, διότι ό, τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή».

Όπως λοιπόν δε θα προτιμούσες να στολίζεσαι με χρυσά κοσμήματα και να φορείς μεταξωτά ενδύματα, όμως τα μάτια σου να έχουν χάσει την όρασή τους, αλλά θεωρείς την υγεία αυτών πιο ποθητή από την αφθονία όλων αυτών των αγαθών (διότι εάν χάσεις και καταστρέψεις την όρασή σου, δεν έχεις πλέον καμία ωφέλεια από την υπόλοιπη ζωή σου. Όπως δηλαδή όταν τυφλωθούν τα μάτια σου, χάνουν ως επί το πλείστον την ενεργητικότητά τους και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, αφού θα σβήσει γι’ αυτά το φως, έτσι και όταν διαφθαρεί η διάνοιά σου, θα γεμίσει η ζωή σου από αμέτρητα κακά). Συνεπώς, όπως στη φροντίδα του σώματος, αυτό θέτουμε ως προτεραιότητα και αυτό κυρίως προσέχουμε, το να είναι υγιή τα μάτια μας, έτσι και στην φροντίδα της ψυχής πρέπει ως προτεραιότητα να θέτουμε να διατηρείται ο νους υγιής.

Εάν όμως τυφλώσουμε αυτόν,

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς Β΄ Ματθαίου (Ματθ. δ΄ 18-23)

 




 ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, περιπατῶν ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀ­­­­δελ­φὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμ­­­φί­βληστρον εἰς τὴν ­θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐ­τοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιή­σω ὑ­μᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐ­θέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐ­­κεῖθεν εἶδεν ἄλ­λους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαί­ου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐ­­τοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δί­κτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. οἱ δὲ εὐ­θέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ περι­ῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ ᾿Ιησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασι­λείας καὶ ­θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ­­πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
 
 

Κυριακή Β΄ Ματθαίου Η αγάπη του Θεού στο σκοταδισμό του κόσμου Ομιλία ♱π.Αθανασίου Χατζή

 

 

 

Κυριακή Β΄ Ματθαίου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

 



(Ματθ. δ΄ 18-22)

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, ὁμιλία ιδ΄

Γιὰ ποιό λόγο ἀναχωρεῖ; Ἐπειδὴ θέλει νὰ μᾶς διδάξη πάλι νὰ μὴν συμπλεκώμαστε μὲ τὸν πειρασμὸ ἀλλὰ νὰ ὑποχωροῦμε καὶ νὰ παραμερίζωμε μπροστά του. Δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ ρίχνης τὸν ἑαυτὸ σου στὸν κίνδυνο, ἀλλὰ νὰ μὴ σταθῆς μὲ γενναιότητα, ὅταν πέσης σ’ αὐτόν. Αὐτὸ λοιπόν θέλει νὰ διδάξη καὶ νὰ διασκεδάση τὸ φθόνο τῶν Ἰουδαίων γι’ αὐτὸ ἀναχωρεῖ στὴν Καπερναούμ. Καὶ τὴν προφητεία ἐκπληρώνει καὶ βιάζεται νὰ συλλάβη στὸ δίχτυ του τοὺς δασκάλους τῆς οἰκουμένης, ἀφοῦ ἐκεῖ τοὺς εἶχε φέρει ἡ τέχνη τους. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμεν πῶς ἔχοντας στὸ νοῦ παντοῦ νὰ φύγη στοὺς Ἐθνικούς, παίρνει ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰτίες. Γιατὶ ἐδῶ μὲ τὴν ἐπιβουλή τους ἐναντίον του Προδρόμου καὶ τὸ κλείσιμό του στὴ φυλακὴ τὸν ὠθοῦν στὴν εἰδωλολατρικὴ Γαλιλαία. Ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἕνα μέρος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, ἔθνους, οὔτε ὅλες τὶς φυλές, πρόσεξε πῶς ὁρίζει ἐκεῖνο τὸ χωρίο ὁ προφήτης λέγοντας ἔτσι. «Ἡ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλεὶμ ποὺ ἁπλώνεται κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ἡ εἰδωλολατρικὴ Γαλιλαία. Ὁ λαὸς ποὺ κάθεται στὸ σκοτάδι εἶδε μέγα φῶς». Σκότος ἐδῶ λέγει ὄχι τὸ αἰσθητὸ ἀλλὰ τὴν πλανημένη πίστη καὶ ἀσέβεια. Γι’ αὐτὸ καὶ πρόσθεσε. Σ’ αὐτοὺς ποὺ κάθονται στὴ χώρα ποὺ τὴ σκεπάζει ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου, ἀνέτειλε τὸ φῶς γι’ αὐτούς. Γιὰ νὰ ἐννοήσωμε ὅτι δὲν λέει οὔτε τὸ φῶς, οὔτε τὸ σκότος τὸ αἰσθητό, μιλῶντας γιὰ τὸ φῶς, δὲν εἶπε ἁπλῶς φῶς ἀλλᾶ φῶς μεγάλο, ποὺ σ’ ἄλλο σημεῖο τὸ λέει ἀληθινό. Τὸ σκοτάδι πάλι μὲ περίφραση τὸ εἶπε «σκιά θανάτου». Κι ἔπειτα δείχνοντας ὅτι δὲ βρῆκαν αὐτοὶ ἐπειδὴ εἶχαν ζητήσει ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἀπὸ ψηλὰ τοὺς φανερώθηκε λέει· «Φῶς ἀνέτειλε γι’ αὐτούς» δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ φῶς ἀνέτειλε, καὶ ἔλαμψε δὲν ἔτρεξαν αὐτοὶ πρῶτοι πρὸς τὸ φῶς. Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν φτάσει στὰ τελευταῖα τους πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Δὲν περπατοῦσαν στὸ σκοτάδι ἀλλὰ ἐκάθοντο στὸ σκοτάδι. Αὐτὸ εἶναι σημάδι ὅτι μήτε κἄν ἔλπιζαν ὅτι θὰ γλυτώσουν ἀπ’ αὐτό. Γιατὶ σὰν νὰ μὴν ἤξεραν κἄν ποῦ πρέπει νὰ προχωρήσουν, ἔτσι τοὺς εἶχε προλάβει τὸ σκοτάδι κι ἐκάθησαν, ἀφοῦ στὸ τέλος μήτε νὰ σταθοῦν δὲν μποροῦσαν.

Κυριακή Β’ Ματθαίου: Η κλήση των αποστόλων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 



(Ματθ. δ’ 18-23)

Γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δουν όσο γίνεται πιο γρήγορα την επιτυχία των προσπαθειών τους. Κι η επιτυχία έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας πίσω της κάποια ίχνη λύπης.

Γιατί οι γιοι των ανθρώπων είναι τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δρέψουν τους καρπούς των αγώνων τους το συντομότερο δυνατό. Κι οι καρποί έρχονται και παρέρχονται, αφήνοντας πίσω τους τα ίχνη κάποιας πικρίας.

Όταν έρχεται ο θάνατος, οι σημερινοί άνθρωποι πεθαίνουν βλέποντας τον εαυτό τους στο παρελθόν. Βλέπουν τις επιτυχίες τους που έχουν ξεχαστεί, τους θερισμένους καρπούς που έχουν σαπίσει. Με το δικό τους θάνατο, χάνονται και τα τελευταία ίχνη των προσπαθειών και των καρπών τους. Εκείνοι που έρχονται μετά απ’ αυτούς σπέρνουν με την ίδια βιασύνη, θερίζουν τους καρπούς, τους τρώνε κι έπειτα φεύγουν γυμνοί και άδειοι απ’ αυτόν τον κόσμο.

Οι άνθρωποι έτσι εξελίσσονται. Δε γίνεται το ίδιο όμως με το Θεό. Οι άνθρωποι παρατηρούν πώς αντιμετωπίζουν τα πράγματα οι ίδιοι και πώς τ’ αντιμετωπίζει ο Θεός και λένε: Οι μύλοι του Θεού αλέθουν αργά, αλλ’ αλέθουν πολύ καλά.

Ο Θεός ίσως αργεί στη μια γενιά, αλλά δεν αργεί σ’ όλο το φάσμα των γενεών. Συχνά σπείρει στη μια γενιά και θερίζει στην άλλη. Έτσι η πρώτη γενιά (τότε που σπέρνει ο Θεός) λέει πως ο Θεός είναι αργός. Η άλλη γενιά, τότε που θερίζει ο Θεός, λέει πως είναι ταχύς. Στις δικές μας, τις ανθρώπινες ενασχολήσεις, κάθε θερισμός δεν είναι πιο γρήγορος από το όργωμα, τη σπορά, το ξεχορτάριασμα και την ανιαρή περίοδο αναμονής της ωρίμανσης του καρπού; Ο Θεός όμως δεν είναι ούτε αργός ούτε γρήγορος. Έχει το ρυθμό Του και δεν τον εγκαταλείπει. Το μυρμήγκι βλέπει μόνο τη μυρμηγκοφωλιά του. Ο αγρότης όμως παρατηρεί όλον τον αγρό.

Τα κρυπτά των ανθρώπων

 


 

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ρωμ.2,10-16]


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΤΑ ΚΡΥΠΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»


[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-6-1991]


Στη σημερινή αποστολική περικοπή, σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου αδελφοί, ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στην κρίση του Θεού, που θα είναι τόσο για τους Ιουδαίους, όσο και δια τους εθνικούς. Εκείνοι που έλαβαν τον νόμον, οι Ιουδαίοι και εκείνοι οι εθνικοί, οι ειδωλολάτραι, που είχαν έμφυτον τον ηθικόν νόμον, τον νόμον της συνειδήσεώς των. Και τούτο γιατί ο Θεός είναι παντογνώστης, αλλά και απροσωπόληπτος. Και ο Θεός βλέπει το εσωτερικόν του κάθε ανθρώπου, διότι τίποτα δεν υπάρχει σκιασμένο στα μάτια του Θεού. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα. Και συνεπώς στην κρίση Του θα σταθεί δίκαιος.

Γι'αυτό σημειώνει ο απόστολος Παύλος ότι «ὁ Θεὸς κρινεῖ (:θα κρίνει) τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». Ότι, δηλαδή, ο Θεός θα κρίνει εκείνα τα οποία δεν φαίνονται στους άλλους ανθρώπους. Ενίοτε και εις τους αγγέλους. Εκείνα τα οποία ο άνθρωπος σκέπτεται, επιθυμεί, αλλά και ακόμη και ενεργεί μακριά από τα μάτια των άλλων ανθρώπων, «σύμφωνα», λέγει ο απόστολος, « με το Ευαγγέλιον που κηρύττω, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός θα έλθει να κρίνει τον κόσμον».

Ώστε υπάρχουν κρυπτά εις τους ανθρώπους; Βεβαίως υπάρχουν κρυπτά! Διότι ο άνθρωπος είναι ένας μικρός, κλειστός κόσμος, ορατός μόνον εις τον Θεόν. Ενώπιον του Οποίου, όπως ήδη σας είπα, πάσα φύσις είναι γυμνή και τετραχηλισμένη. Δηλαδή «τετραχηλισμένη» θα πει φανερωμένη. Και το λέγει αυτό ο προφήτης Ησαΐας, αλλά και εις την προς Εβραίους το αναφέρει και το καταγράφει ο απόστολος Παύλος. Κι αυτό δείχνει την ύπαρξιν της ελευθερίας και της προαιρέσεως και της ευθύνης. Διότι αλλιώτικα, πώς θα μπορούσε να κρίνει ο Θεός; Εάν δεν υπήρχε ελευθερία, προαίρεσις και ευθύνη; Υπευθυνότης; Και ακόμη κρίνει διότι βλέπει και τα έξω και τα έσω.

Μέσα σ’ αυτόν, λοιπόν, τον κλειστόν χώρον, που λέγεται άνθρωπος, απεργάζεται το καλόν και το κακόν, το αγαθόν και το πονηρόν. Μέσα εις αυτόν τον χώρον. Πόσοι είμεθα εδώ; Ο καθένας έχει τον δικό του τον κόσμον. Κλειστός,

ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ


π. Δημητρίου Μπόκου
 
Το Πεντηκοστάριο έκλεισε. Ο τεράστιος κύκλος των κινητών
εορτών του Πάσχα, από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων συμπληρώθηκε.
Ξαναμπαίνουμε στην ομαλή ροή του λειτουργικού εκκλησιαστικού έτους. Η ανάγνωση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου τελείωσε και άρχισε ήδη από την προηγούμενη Κυριακή η ανάγνωση του κατά Ματθαίον.
Ο Χριστός καλεί σήμερα τους πρώτους μαθητές του. Ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, αποτελούν την απαρχή των αποστόλων (Κυριακή Β΄ Ματθαίου).
Ο Χριστός συμπλήρωσε σιγά-σιγά την ομάδα των δώδεκα (ΙΒ΄) και στη συνέχεια των εβδομήκοντα (Ο΄) αποστόλων. Στη διάρκεια των τριών ετών που ήταν μαζί τους, φρόντισε να τους προετοιμάσει με κάθε τρόπο για τη μεγάλη τους αποστολή. Τους έστελνε και σε μικρές περιοδείες στις πόλεις και τα χωριά του Ισραήλ, για να εκπαιδεύονται στην αποστολική δράση.
Τους προίκιζε με τα πνευματικά εφόδια που ήταν απαραίτητα για το έργο τους, εφιστούσε όμως ιδιαίτερα την προσοχή τους να μην αγωνιούν για τα υλικά. «Μη κτήσησθε χρυσόν

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Θεατρική παράσταση Παραμύθι χωρίς όνομα της Πηνελόπης Δέλτα

 από τους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Δουραχάνης

 

 
 
 



 
 
 



Κυριακὴ τῶν Ἀγίων Πάντων Δεν πᾶμε μὲ ἀσανσὲρ στὸν Παράδεισο

 

 Ομιλία ♰π. Αθανασίου Χατζή στην Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης Ιωαννίνων 

την Κυριακή των Αγίων Πάντων στις 14-6-2014


Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

 

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων
Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38· ιθ΄ 27-30
Ὁμιλία κε΄ ἐκφωνηθῆσα τὴν Κυριακὴν τῶν Ἁγ. Πάντων
 
 

Μεγάλοι αὐτοί, μικρὸς ὁ Χριστός!… Κυριακὴ Ἁγίων Πάντων (Α΄ Ματθαίου). † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

 
 
Μεγάλοι αὐτοί, μικρὸς ὁ Χριστός!
Κυριακὴ Ἁγίων Πάντων (Α΄ Ματθαίου)
 
«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37)
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης
 Ὅποιος, ἀγαπητοί μου, ἀκούσῃ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ εὐαγγελίου, μπορεῖ νὰ σκανδαλισθῇ, νὰ νομίσῃ ὅτι ἡ πίστι μας εἶνε ἐναντίον τοῦ γάμου, τῆς οἰκογενείας, τῶν γονέων, τῶν παιδιῶν. Ἀλλὰ τὸ νόημα τῶν λόγων αὐ τῶν τοῦ Κυρίου εἶνε πολὺ διαφορετικό. Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω τὴν ὀρθὴ ἔννοιά τους σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.


* * *
Ἂν ἀνοίξουμε, ἀγαπητοί μου, τὴν ἁγία Γραφή, θὰ δοῦμε ὅτι ὁ Κύριος εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θέσπισε τὸ θεσμὸ τῆς οἰκογενείας. Αὐ τὸς ἔφτειαξε τὰ δύο φῦλα, «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Ματθ. 19,4. Μᾶρκ. 10,6), δημιούργησε τὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναῖκα. Αὐτὸς ἕνωσε τὸ πρῶτο ἀνδρόγυνο καὶ εἶπε «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς» (Γέν. 1,28· 9,1,7). Αὐτὸς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ σέβωνται οἱ ἄνθρωποι τοὺς γονεῖς· «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου…» (Ἔξ. 20,12. Δευτ. 5,16).

Κι ὅταν ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος ἐδῶ στὴ γῆ, πολλὲς φορὲς τίμησε
τὴν οἰκογένεια. Γεννήθηκε ἀπὸ κόρη παρθένο γιὰ νὰ τιμή σῃ τὴν παρθενικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀρραβωνιασμένη γιὰ νὰ τιμήσῃ τὸ γάμο· γεννήθηκε ὡς βρέφος γιὰ νὰ εὐλογήσῃ τὴ γέννησι τῶν παιδιῶν.
Καὶ ὅταν κατόπιν βγῆκε στὸ δημόσιο βίο, τὸ πρῶτο θαῦ - μα του τὸ ἔκανε στὸ γάμο τῆς Κανᾶ, ὅπου ἔκανε τὸ νερὸ κρασί.

Ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖνος ποὺ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του τὰ παιδιά, τὰ εὐλόγησε καὶ εἶπε· «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με…» (Μᾶρκ. 10,14). Καὶ ὅταν πάνω στὸ σταυρὸ μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους ἔσβηνε ὅπως σβήνει τὸ καντήλι, δὲν λησμόνησε τὴ Μη τέρα του, ἀλλὰ φρόντισε γι᾽ αὐτὴν καὶ εἶπε στὸν Ἰωάννη «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου»· κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης παρέλαβε τὴν Παναγία ὑπὸ τὴν προστασία του (Ἰω. 19,27).

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 7 Ἰουνίου 2026 – Ἁγίων Πάντων (Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30)

 



ἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μα­θηταῖς· πᾶς ὅστις ὁμολο­γήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπρο­­­­σ­­θεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνή­σηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμ­προσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶ­πεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυ­λὰς τοῦ Ἰσραήλ. καὶ πᾶς ὃς ἀ­φῆ­κεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελ­φὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνό­ματός μου, ἑκατον­ταπλασίονα λή­­ψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσον­ται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

σταλαγματιες απο την παραδοση

αποψεις...