Εὔδρομο πλοῖο ἡ Ἐκκλησία, ταχύ, θωρακισμένο ἐξοπλισμένο,
εὐέλικτο, ποντοπορεῖ διαπλέοντας τὴν πολυτάραχη θάλασσα τοῦ κόσμου. Χωρὶς νὰ λοξοδρομεῖ ἀπὸ τὴ θεόθεν καθορισμένη πορεία της, κλυδωνίζεται ἔντονα στὰ ἀντίθεα κύματα, στὸν πανταχόθεν ἐπεγειρόμενο ἄνεμο τῆς ἀποστασίας, στὴν παφλάζουσα τρικυμία τῆς ἀπιστίας καὶ ἀδιαφορίας, ἀλλὰ οὐδέποτε καταποντίζεται. Εὐθυδρομεῖ διηνεκῶς ἐπὶ τὸ Πάσχα, πλέει κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴ πρὸς «τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν».
Μαστιζόμενοι ἀπὸ τὴν καταιγίδα τῶν πειρασμῶν, καταποντούμενοι ἀπὸ τὶς τρικυμίες τῶν παθῶν, χειμαζόμενοι ἀπὸ τὸν σάλο τῶν ἡδονῶν, δοκιμαζόμενοι παντοιοτρόπως ἀπὸ τὴ χαλεπότητα τῆς ἁμαρτίας, μία καὶ μόνο σανίδα σωτηρίας ἔχουμε μπροστά μας:
Τὴν ἄμεση ἐπιβίβαση στὸ ἀσφαλὲς καὶ ἀβύθιστο καράβι τῆς
Ἐκκλησίας. Τότε «πρὸς τὸ μέλλον ἐν χαρᾷ» διευθυδρομοῦμε κι ἐμεῖς.
Μὲ τὴ ναυαγοσωστικὴ Κιβωτὸ τῆς Ἐκκλησίας διαπερνοῦμε ἀκίνδυνα τὰ κύματα τῶν πταισμάτων μας, πού, ὑψωμένα ἀπὸ πάνω μας, ἀπειλοῦν νὰ μᾶς καλύψουν, ὅπως κάλυψαν κάποτε «ἐν θαλάσσῃ Ἐρυθρᾷ ἐπαναστραφέντα» τὰ ὕδατα «ἁρματηλάτην Φαραώ, …τοὺς Αἰγυπτίους καὶ τοὺς τριστάτας». Ἀπὸ τὸν τρικυμιώδη ὠκεανὸ τοῦ βίου μας ἡ ἐκκλησιαστικὴ «ναῦς», διαπλέοντας «τὸ τῆς νηστείας μέγα






