Η
ιστορία του Χριστού δεν τελειώνει με τη Σταύρωση· ούτε με την Ανάσταση·
τελειώνει με την ευγενέστερη όλων των πράξεων: την απόσυρση.
Η Ανάληψη, αυτή η σιωπηλή ανάβαση προς τους ουρανούς, δεν είναι μια θεαματική αποχώρηση, αλλά μια λεπταίσθητη, σχεδόν αόρατη, αποδέσμευση από τον κόσμο.
Είναι το τέλος της ενσάρκωσης και η αρχή της διακριτικής, άυλης παρουσίας.
Ο Χριστός, που βάδισε ανάμεσα στους ανθρώπους, που άγγιξε, έκλαψε, δίδαξε και πόνεσε, αποχωρεί. Όχι γιατί εγκαταλείπει, αλλά γιατί σέβεται.
Δεν αποσύρεται για να απουσιάζει, αλλά για να δώσει χώρο στην ελευθερία.
Η ανάληψη δεν είναι φυγή, είναι η τελευταία πράξη ταπείνωσης.
Όταν οι θνητοί κατακτούν εξουσία, την κρατούν με νύχια και με δόντια.
Ο Χριστός, έχοντας νικήσει τον θάνατο, θα μπορούσε να ιδρύσει βασίλειο επίγειο, να αξιώσει δικαιοσύνη, να κυβερνήσει τους λαούς με θεϊκή βεβαιότητα.
Όμως επιλέγει την ανάληψη.
Επιλέγει να μην εξουσιάσει, να μη διατάξει, να μην επιβληθεί.
Η θεϊκή του δύναμη φανερώνεται στην απόσυρση. Η εξουσία Του εκδηλώνεται στην άρνηση της.
Πόση ευγένεια υπάρχει στην άρνηση της κυριαρχίας!
Στην άρνηση να συνεχίσει να είναι παρών με την ένσαρκη βεβαιότητα.
Η Ανάληψη είναι το αντίθετο του θριάμβου, είναι μια πράξη σιωπηλής αγάπης, είναι η θεϊκή συστολή, η απόλυτη μορφή ελευθερίας.
Όχι πια εντολές, όχι θαύματα, όχι επιτιμήσεις· μόνο μια σιωπή που χωρά τον κόσμο.
Ο Χριστός δεν αναχωρεί από αδυναμία· αποσύρεται από πληρότητα.
Είναι πλήρης η αγάπη Του, ώστε δεν χρειάζεται πια παρουσία.
Γίνεται αόρατος για να γίνει παγκόσμιος. Αναλαμβάνεται για να κατασκηνώσει στο πνεύμα του ανθρώπου.
Η πράξη αυτή συνιστά θεολογικά το απόγειο της συγκατάβασης.
Η Ανάληψη, αυτή η σιωπηλή ανάβαση προς τους ουρανούς, δεν είναι μια θεαματική αποχώρηση, αλλά μια λεπταίσθητη, σχεδόν αόρατη, αποδέσμευση από τον κόσμο.
Είναι το τέλος της ενσάρκωσης και η αρχή της διακριτικής, άυλης παρουσίας.
Ο Χριστός, που βάδισε ανάμεσα στους ανθρώπους, που άγγιξε, έκλαψε, δίδαξε και πόνεσε, αποχωρεί. Όχι γιατί εγκαταλείπει, αλλά γιατί σέβεται.
Δεν αποσύρεται για να απουσιάζει, αλλά για να δώσει χώρο στην ελευθερία.
Η ανάληψη δεν είναι φυγή, είναι η τελευταία πράξη ταπείνωσης.
Όταν οι θνητοί κατακτούν εξουσία, την κρατούν με νύχια και με δόντια.
Ο Χριστός, έχοντας νικήσει τον θάνατο, θα μπορούσε να ιδρύσει βασίλειο επίγειο, να αξιώσει δικαιοσύνη, να κυβερνήσει τους λαούς με θεϊκή βεβαιότητα.
Όμως επιλέγει την ανάληψη.
Επιλέγει να μην εξουσιάσει, να μη διατάξει, να μην επιβληθεί.
Η θεϊκή του δύναμη φανερώνεται στην απόσυρση. Η εξουσία Του εκδηλώνεται στην άρνηση της.
Πόση ευγένεια υπάρχει στην άρνηση της κυριαρχίας!
Στην άρνηση να συνεχίσει να είναι παρών με την ένσαρκη βεβαιότητα.
Η Ανάληψη είναι το αντίθετο του θριάμβου, είναι μια πράξη σιωπηλής αγάπης, είναι η θεϊκή συστολή, η απόλυτη μορφή ελευθερίας.
Όχι πια εντολές, όχι θαύματα, όχι επιτιμήσεις· μόνο μια σιωπή που χωρά τον κόσμο.
Ο Χριστός δεν αναχωρεί από αδυναμία· αποσύρεται από πληρότητα.
Είναι πλήρης η αγάπη Του, ώστε δεν χρειάζεται πια παρουσία.
Γίνεται αόρατος για να γίνει παγκόσμιος. Αναλαμβάνεται για να κατασκηνώσει στο πνεύμα του ανθρώπου.
Η πράξη αυτή συνιστά θεολογικά το απόγειο της συγκατάβασης.








