Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ

 

 


 

π. Δημητρίου Μπόκου

     Μὲ τὸ κλείσιμο τῆς ἀναστάσιμης περιόδου καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή, τιμοῦμε τοὺς ἁγίους 318 Πατέρες ποὺ συγκρότησαν τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, πόλη τῆς βορειοδυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πολὺ κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὸ πρόβλημα ἦταν ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος, ποὺ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δημιούργημα, κτίσμα. Τὸ θέμα εἶναι τεράστιας σημασίας, γιατὶ τὰ δημιουργήματα δὲν ἔχουν ἀφ’ ἑαυτῶν ὕπαρξη, ζωὴ καὶ ἀθανασία. Ζοῦν καὶ ὑπάρχουν μόνο, ἐπειδὴ τὰ διακρατεῖ στὴν ὕπαρξη ἡ δημιουργικὴ πνοὴ καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
Συνεπῶς, κανένα δημιούργημα, ὅσο τέλειο καὶ ἂν εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ μεταδώσει σὲ ἄλλους ζωὴ καὶ σωτηρία, ἀφοῦ τὸ ἴδιο δὲν εἶναι πηγὴ ζωῆς, αὐτοζωή (Κυριακὴ ἁγίων Πατέρων).
Οἱ 318 ἅγιοι Πατέρες ἔφτιαξαν τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὅπου διατρανώνουν τὴν πίστη μας «καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, …Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα». Γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα ὁ Χριστός, ἔχει τὴν ἴδια θεία οὐσία μὲ αὐτόν («ὁμοούσιος τῷ Πατρί»), δὲν εἶναι πλάσμα του ὅπως ἐμεῖς. Εἶναι Θεός, ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Πιστεύουμε αὐτὸ ἀκριβῶς

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου Λόγος Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

 

Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας, εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την Ανάσταση και Ανάληψή του στους πιστούς;
Επήγασε από θλίψη.
Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία;
Επιφάνηκε σε μας, από θάνατο.
Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα;
Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία.
Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι
ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε την προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας, δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε,ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε,

Λόγος στην Άνάληψη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς

 

Α’. Ελάτε τώρα οι ιερείς των Ιουδαίων, γιατί είναι ώρα για νικητήριους λόγους. Έλα εδώ εσύ που συγκεντρώνεις τα πλήθη και είσαι και κήρυκας του Χριστού και λέγε και ζωγράφιζε έντονα με την αλήθεια σου πώς οι πρώτοι έδωσαν το αργύριο της κακοβουλίας τους (Ματθ. κη’ 12) στους στρατιώτες, νομίζοντας πως με το ψέμα θα καλύψουν την μη ορατή αλήθεια. Λέγε ακόμη και το πώς τώρα οι λειτουργοί του Χριστού παραδεχόμαστε τον Κύριο, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς και ανέβηκε στους ουρανούς, και τον αποκαλούμε αδιάκοπα με καύχηση Σωτήρα. Αυτόν, που Τον δέχτηκαν οι ουρανοί, καθώς παρουσιάστηκε σ’ αυτούς με θείο θαύμα, και που η γη, που βαστάζεται από τη θέλησή Του, δεν μπορούσε να Τον βαστάξει. Αυτόν που Τον παρέλαβε φωτεινή νεφέλη εκπληρώνοντας φανερά το περιεχόμενο της προφητείας, και οι Άγγελοι τον συνόδευσαν με ύμνους μέχρι τους πατρικούς θρόνους, κράζοντας ακατάπαυστα: «Ο Κύριος των δυνάμεων, Αυτός είναι ο ένδοξος Βασιλιάς» (Ψαλμ. κγ’ 10). Αυτόν, που ο Ψαλμωδός προβλέποντας την άνοδό Του από τη γη στον ουρανό, φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, έψαλλε: «Ανέβηκε ο Θεός μέσα σε αλαλαγμούς, ανέβηκε ο Κύριος με ήχους σάλπιγγας» (Ψαλμ. μστ’ 6). Γιατί αυτός ο θεόπνευστος προέβλεπε και την ωδή των αγίων Ευαγγελίων (Λουκ. β’ 14). Β’. Αυτοί όμως που καυχώνται πως έχουν πρόγονο τον πιστότατο Αβραάμ -οι Ιουδαίοι- (Ιω. η’ 33) δεν παραδέχονται ότι ο Σωτήρας όλων μας αναστήθηκε από τους νεκρούς, νομίζοντας οι ταλαίπωροι ότι με ψεύτικη φήμη μολύνουν καθημερινά την ωραιότητα της τόσο μεγάλης αλήθειας («διότι ο λόγος

Η Ευγενής Απόσυρση: Η Ανάληψη του Χριστού ως Θεϊκή Σιωπή και Υπέρβαση της Εξουσίας

 


Η ιστορία του Χριστού δεν τελειώνει με τη Σταύρωση· ούτε με την Ανάσταση· τελειώνει με την ευγενέστερη όλων των πράξεων: την απόσυρση.
Η Ανάληψη, αυτή η σιωπηλή ανάβαση προς τους ουρανούς, δεν είναι μια θεαματική αποχώρηση, αλλά μια λεπταίσθητη, σχεδόν αόρατη, αποδέσμευση από τον κόσμο.
Είναι το τέλος της ενσάρκωσης και η αρχή της διακριτικής, άυλης παρουσίας.
Ο Χριστός, που βάδισε ανάμεσα στους ανθρώπους, που άγγιξε, έκλαψε, δίδαξε και πόνεσε, αποχωρεί. Όχι γιατί εγκαταλείπει, αλλά γιατί σέβεται.
Δεν αποσύρεται για να απουσιάζει, αλλά για να δώσει χώρο στην ελευθερία.
Η ανάληψη δεν είναι φυγή, είναι η τελευταία πράξη ταπείνωσης.
Όταν οι θνητοί κατακτούν εξουσία, την κρατούν με νύχια και με δόντια.
Ο Χριστός, έχοντας νικήσει τον θάνατο, θα μπορούσε να ιδρύσει βασίλειο επίγειο, να αξιώσει δικαιοσύνη, να κυβερνήσει τους λαούς με θεϊκή βεβαιότητα.
Όμως επιλέγει την ανάληψη.
Επιλέγει να μην εξουσιάσει, να μη διατάξει, να μην επιβληθεί.
Η θεϊκή του δύναμη φανερώνεται στην απόσυρση. Η εξουσία Του εκδηλώνεται στην άρνηση της.
Πόση ευγένεια υπάρχει στην άρνηση της κυριαρχίας!
Στην άρνηση να συνεχίσει να είναι παρών με την ένσαρκη βεβαιότητα.
Η Ανάληψη είναι το αντίθετο του θριάμβου, είναι μια πράξη σιωπηλής αγάπης, είναι η θεϊκή συστολή, η απόλυτη μορφή ελευθερίας.
Όχι πια εντολές, όχι θαύματα, όχι επιτιμήσεις· μόνο μια σιωπή που χωρά τον κόσμο.
Ο Χριστός δεν αναχωρεί από αδυναμία· αποσύρεται από πληρότητα.
Είναι πλήρης η αγάπη Του, ώστε δεν χρειάζεται πια παρουσία.
Γίνεται αόρατος για να γίνει παγκόσμιος. Αναλαμβάνεται για να κατασκηνώσει στο πνεύμα του ανθρώπου.
Η πράξη αυτή συνιστά θεολογικά το απόγειο της συγκατάβασης.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή.




… Μη νομίσεις πως έχω να σου πω κάτι μεγάλο. Ένας φτωχός μοναχός είμαι. Μα όταν ένας άνθρωπος περνά τόσο βαριά δοκιμασία, καμιά φορά δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Χρειάζεται μόνο να αισθανθεί πως κάποιος τον θυμάται ενώπιον του Θεού και παρακαλεί την Παναγία να τον σκεπάζει.

Τώρα, παιδί μου, να μη βασανίζεις τον νου σου με πολλούς λογισμούς. Η αρρώστια κουράζει το σώμα, αλλά οι λογισμοί κουράζουν πιο πολύ την ψυχή. Έρχονται σαν τη μύγα στην πληγή και δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Να τους αφήνεις να περνούν και να λες σιγά: «Χριστέ μου, κράτησέ με». Αυτό, όταν βγαίνει από πόνο, είναι μεγάλη προσευχή.

Ο κόσμος σε αγάπησε πολύ. Έδωσες χαρά, φως, γλυκύτητα σε ανθρώπους που ίσως δεν γνώρισες ποτέ. Αυτό ο Θεός το βλέπει αλλιώς απ’ ό,τι το βλέπουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι θυμούνται τα φώτα, τα χειροκροτήματα, την ομορφιά, την λάμψη. Ο Θεός όμως βλέπει τον κόπο της καρδιάς, την κούραση που κρύφτηκε πίσω από το χαμόγελο, την ψυχή που έδωσε χαρά ενώ και η ίδια πολλές φορές θα είχε ανάγκη από παρηγοριά.

Και τώρα που η ψυχή ζητά ανάπαυση, να την ακουμπήσεις ήσυχα στον Χριστό. Ο Θεός δεν ζητά από τον άρρωστο κατορθώματα. Δεν ζητά μεγάλες προσευχές,

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Κυριακή του Τυφλού: Η πίστη που σε λυτρώνει, ο πόνος που σε ανεβάζει πνευματικά

 

 

Ιερά Μονή Παναγίας Δουραχάνης

Ομιλία ♰π. Αθανασίου Χατζή

13 Μαΐου 2007


Κυριακή τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ: Ὁμιλία εἰς τόν τυφλόν (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)

 

«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»
1. «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50, 6).

Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν.
Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9, 32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι,

Σωματικὴ και πνευματικὴ τύφλωση

 

 


Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

 

«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)
ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).

Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).

Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

σταλαγματιες απο την παραδοση

αποψεις...