Πίστευε, ἀγάπα, συγχώρα καί προχώρα στή ζωή σου..... .

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Το ευαγγέλιο της συγχώρησης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 


(Ματθ. ιη’ 23-35)


Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34).

Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους.

Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους

που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.

Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Περί σκληροκαρδίας (Αγ. Λουκάς Κριμαίας)

 



Ποιος άνθρωπος δεν θα θυμώσει και δεν θα δια­μαρτυρηθεί ακούγοντας την παραβολή του κακού δού­λου στον οποίο ο Κύριος του συγχώρεσε ένα μεγάλο χρέος ενώ αυτός δεν ήθελε να συγχωρέσει στον πλη­σίον του ένα μικρό; Ταράζεται η καρδιά μας όταν βλέπουμε τις χειρό­τερες εκδηλώσεις των παθών και της αμαρτωλότητας των ανθρώπων. Σωστά είπε ο προφήτης Δαβίδ: «Και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσον σκύμνων, εκοιμήθην τεταραγμένος υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα και βέλη, και η γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία» (Ψαλ. 56, 5). Και δεν το λέει για τους φονιάδες και τους κακούργους αλλά για μας τους απλούς ανθρώ­πους. Εμάς μας αποκαλεί λιοντάρια και λέει ότι τα δόντια μας είναι όπλα και βέλη και η γλώσσα ακο­νισμένο σπαθί. Και το σπαθί είναι όργανο του φόνου.
Αν η γλώσσα μας είναι σαν το αιχμηρό σπαθί τό­τε μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε για να φο­νεύουμε τους ανθρώπους. Και όντως πολλές φορές το κάνουμε και δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας δολοφό­νους. Πληγώνουμε την καρδιά του πλησίον με συκο­φαντία και ψέμα, προσβάλλουμε τη δική του ανθρώ­πινη αξιοπρέπεια, ταράζουμε την καρδιά του με κακο­λογία΄ αυτό δεν είναι πνευματικός φόνος;


Ακούμε πως κάποιος από τους γνωστούς ανθρώ­πους μοιχεύει

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 
 
 
 

 

Τήν ζωήν ἡ κυήσασα πρός ζωήν μεταβέβηκας

 

«Τήν ζωήν ἡ κυήσασα πρός ζωήν μεταβέβηκας, τῇ σεπτῇ Κοιμήσει σου τήν ἀθάνατον, δορυφορούντων Ἀγγέλων σοι, Ἀρχῶν καί Δυνάμεων, Ἀποστόλων, Προφητῶν καί ἁπάσης τῆς κτίσεως, δεχομένου τε ἀκηράτοις παλάμαις τοῦ Υἱοῦ σου, τήν ἀμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε» 
(Στιχηρό τῶν Αἴνων τοῦ Ὅρθρου τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου)

«Εσύ που κυοφόρησες την Ζωή των Απάντων (τον Χριστό), έκανες την μετάβαση προς την αθάνατη ζωή, ενώ γύρω γύρω σου βρίσκονταν ως δορυφόροι σου οι Άγγελοι, οι Αρχές, οι Δυνάμεις, οι Απόστολοι, οι Προφήτες και όλη ανεξαιρέτως η κτίση, και δεχόταν στις αθάνατες παλάμες του την ακηλίδωτη ψυχή σου ο Υιός σου, Μητέρα και Παρθένε, Νύμφη του Θεού»

«Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θέλησε να παραλάβει προς Αυτόν την Μητέρα Του, απέστειλε έναν άγγελο, τρεις ημέρες πριν, για να της αναγγείλει την είδηση. Η Παναγία, ακούγοντας το νέο, μετέβη στο όρος των Ελαιών, όπως συνήθιζε, για να προσευχηθεί. Τα δέντρα τότε έκλιναν τα κλαδιά τους, προσκυνώντας και αποδίδοντας σέβας και τιμή στην Κυρία του κόσμου, σαν δούλοι που διέθεταν λογικό. Η Παναγία επέστρεψε, κατόπιν, στο σπίτι της. Ετοίμασε το νεκρικό κρεβάτι της. Φώναξε τις γειτόνισσες και έδωσε σε αυτές ένα κλαδί φοινικιάς, σύμβολο νίκης και αφθαρσίας, που της είχε παραδώσει ο άγγελος. Έδωσε ακόμη παραγγελία να δώσουν τα δύο φορέματά της σε δύο φτωχές χήρες, που ήταν συντρόφισσες και φίλες της. Μία βροντή ακούστηκε και πάνω στα σύννεφα ήρθαν στο σπίτι οι δώδεκα Απόστολοι από τα πέρατα της γης. Μαζί τους και οι άγιοι Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιερόθεος και ο απόστολος Τιμόθεος. Όλοι ήταν λυπημένοι, αλλά η Παναγία τους παρηγόρησε. Ήρθε εκείνη τη στιγμή και ο απόστολος Παύλος και προσκύνησε την Παναγία παίρνοντας την ευχή της. Η Παναγία τους αποχαιρέτησε και προσευχόμενη έφυγε από αυτόν τον κόσμο χωρίς πόνους και λύπες, όπως ανώδυνος ήταν και ο τοκετός της.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ὑπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

 



       Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.

Καὶ ποῦ λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; ποῦ προσφύγω;

ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι; τίνα θερμὴν ἔξω βοηθόν, 

θλίψεσι τοῦ βίου καὶ ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος; 


Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαρρῶ

 καὶ καυχῶμαι, 

καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου  σῶσον με.
 
 
 

Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

 

Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς τὸν βασανίζει τὸ ἐρώτημα: τί θὰ γίνει μέ μᾶς καὶ τί μᾶς περιμένει μετὰ τὸ θάνατο; Μία σαφῆ ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ τὴν βροῦμε. Ἀλλὰ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀποκαλύπτουν αὐτὸ τὸ μυστικό.
Μᾶς τὸ ἀποκαλύπτουν ἐπίσης τὸ ἀπολυτίκιο καὶ τὸ κοντάκιο τῆς μεγάλης αὐτῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι ποὺ ψάλλονται σ’ αὐτὴ τὴ γιορτή.
Θέλω ὅλοι σας νὰ καταλάβετε, γιατί ὁ θάνατος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ὁ μέγας
ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὸ 20ο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως μιλάει γιὰ τὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο θάνατο. Ὁ πρῶτος μόνο θάνατος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναπόφευκτος γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους, περιμένει καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ὁ δεύτερος, ὁ φοβερὸς καὶ αἰώνιος θάνατος, περιμένει τοὺς μεγάλους καὶ ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι καταδικασμένοι νὰ βρίσκονται αἰωνίως σὲ κοινωνία μὲ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἴδιου μεγάλου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διαβάζουμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ στενὰ συνδεδεμένα μὲ ὅσα γράφει ἡ Ἀποκάλυψη: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» (Ἰωάν. 5, 24).

Ἡ Χαρὰ τῶν Χριστιανῶν

 

Φώτη Κόντογλου
 Ἡ Παναγία εἶναι τὸ πνευματικὸ στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ᾿ ἡ προστάτρια, ποὺ μᾶς παραστέκεται σὲ κάθε περίσταση. Σὲ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι᾿ ἕνα σωρὸ ρημοκλήσια, μέσα στὰ βουνά, στοὺς κάμπους καὶ στὰ νησιά, μοσκοβολημένα ἀπὸ τὴν παρθενικὴ καὶ πνευματικὴ εὐωδία της. Μέσα στὸ καθένα ἀπ᾿ αὐτὰ βρίσκεται τὸ παληὸ καὶ σεβάσμιο εἰκόνισμά της μὲ τὸ μελαχροινὸ καὶ χρυσοκέρινο πρόσωπό της, ποὺ τὸ βρέχουνε ὁλοένα τὰ δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἄλλη νὰ μᾶς βοηθήσει, παρεκτὸς ἀπὸ τὴν Παναγία, «ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεὸν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν». Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας δὲν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλὰ πνευματικό, γιατὶ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ὁ πόνος κ᾿ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Τὸ σαρκικὸ κάλλος φέρνει τὴ σαρκικὴ ἔξαψη, ἐνῶ τὸ πνευματικὸ κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμὸ κι᾿ ἁγνὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι᾿ αὐτὸ τὸ κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στὰ ἑλληνικὰ εἰκονίσματά της ποὺ τὰ κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁποῦ νηστεύανε καὶ ψέλνανε καὶ βρισκόντανε σὲ συντριβὴ καρδίας καὶ σὲ πνευματικὴ καθαρότητα. Στὴν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτὸ τὸ μυστικὸ κάλλος ποὺ τραβᾷ σὰν μαγνήτης τὶς
εὐσεβεῖς ψυχὲς καὶ τὶς ἡσυχάζει καὶ τὶς παρηγορᾷ. Κι᾿ αὐτὴ ἡ πνευματικὴ εὐωδία εἶναι τὸ λεγόμενο Χαροποιὸν Πένθος (1) ποὺ μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν πήγανε κοντὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καλὸν ποιμένα. Τούτη τὴ χαροποιὰ λύπη τὴν ἔχουνε ὅλα ὅσα ἔκανε ἡ ὀρθόδοξη τέχνη, καὶ τὰ εὐωδιάζει σὰν σμύρνα καὶ σὰν ἀλόη, κἂν εἰκόνισμα εἶναι, κἂν ὑμνωδία, κἂν ψαλμωδία, κἂν χειρόγραφο, κἂν ἄμφια, κἂν λόγος, κἂν κίνημα, κἂν εὐλογία, κἂν χαιρετισμός, κἂν μοναστήρι, κἂν κελλί, κἂν σκαλιστὸ ξύλο, κἂν κέντημα, κἂν καντήλι, κἂν ἀναλόγι, κἂν μανουάλι, ὅτι καὶ νἆναι ἁγιωτικό.


Ἀπὸ τὰ ὀνόματα καὶ μόνο ποὺ ἔδωσε ἡ ὀρθοδοξία στὴν Παναγία,

Στη γιορτή της Μητέρας μας!

 

Ο τάφος δεν κράτησε τη Μητέρα της Ζωής!




Ακόμα και την Αειπάρθενο άγγιξε ο φυσικός θάνατος.
Όχι για να την αιχμαλωτίσει ή να την υποτάξει μόνιμα.
Αλλά ίσα-ίσα για να τον νιώσει σαν απλό ύπνο.
Σαν τον ύπνο π.χ. που ύπνωσε ο πρώτος άνθρωπος (ο Αδάμ),
όταν του αφαιρέθηκε η πλευρά για να συμπληρωθεί το είδος μας

(να δημιουργηθεί η γυναίκα, βλ. Γεν. 2, 21-22).
Παρομοίως, νομίζω, και Αυτή, «φυσικώς αφυπνώσασα»,
αφού κοιμήθηκε τον φυσικό ύπνο του θανάτου,
γεύθηκε μεν τον θάνατο, αλλά δεν κρατήθηκε από αυτόν,

παρά μόνο όσο ήταν απαραίτητο,
για να υπακούσει και αυτή στους φυσικούς θεσμούς
και να εκπληρώσει το σχέδιο που είχε για μας η θεία Πρόνοια,

η οποία φροντίζει τα πάντα εξ αρχής.

(Άγ. Ανδρέας Κρήτης, Λόγος εις την Κοίμησιν, σε ελεύθερη μετάφραση)


π. Δ.Μ. 

 

 

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

σταλαγματιες απο την παραδοση

αποψεις...