Όταν λοιπόν κατέβη από το όρος, τότε προσήλθε ο λεπρός, ενώ ο εκατόνταρχος έπειτα από λίγο, μόλις εισήλθε στην Καπερναούμ. Για ποιο λόγο όμως ούτε αυτός ούτε εκείνος ανέβησαν στο όρος; Όχι από ραθυμία, διότι και των δύο η πίστις ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν δε προσήλθε ο εκατόνταρχος, λέγει: «ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι απολογούμενος ανέφερε την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. Διότι δεν ήταν δυνατόν, λέγει, να τον μεταφέρει σηκωτόν, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στις τελευταίες αναπνοές του. Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, λέγει ο Λουκάς ότι έμελλε τελευτάν. Εγώ όμως βλέπω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλυτέρα από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη στέγη. Διότι γνωρίζοντας σαφώς ότι και μόνη η προσταγή του αρκεί για να εγερθεί ο κατάκοιτος, εθεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.
Τι έκαμε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που σε καμία προηγούμενη περίπτωση δεν είχε κάμει. Ενώ δηλαδή παντού ακολουθούσε την προαίρεση αυτών που τον ικέτευαν, εδώ σπεύδει, και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία. Και το πράττει αυτό για να μάθουμε την αρετή του εκατόνταρχου. Και τι λέγει ο εκατόνταρχος; «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την








