Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική
αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.
Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη
Ο Χριστός λέει ότι ο ζυγός του είναι απαλός και μαλακός στον τράχηλό μας και το φορτίο του ελαφρό. Αν τον υπακούσουμε και πάρουμε πάνω μας τον σταυρό του, όσα δηλαδή μας διδάσκει να κάνουμε, θα βρούμε ανάπαυση, ειρήνη και χαρά στην ψυχή μας (Ματθ. 11, 29-30). Και όμως, υπάρχει μια εντολή που μας φαίνεται πολύ βαριά και ασήκωτη. Η αγάπη. Μα δεν είναι στη φύση μας να αγαπάμε; Και βέβαια. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, όλοι το έχουμε μέσα μας αυτό. Ο Χριστός όμως το πάει στα άκρα. Θέλει να αγαπάμε και τον εχθρό μας ακόμα (Κυριακή Β ́ Λουκά). Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όντως, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν αυτό. Ακατόρθωτο όχι, αφού το ζητάει ο Θεός που, ως δημιουργός μας, γνωρίζει τέλεια τις δυνατότητές μας, αλλά υπερβαλλόντως δύσκολο. Στο θέμα αυτό
ολλές
φορές τα χνάρια των αγίων αποτυπώνονται στο χρόνο της δικής μας ζωής. Φωτίζουν
και δίνουν νόημα στους αγώνες, τις αγωνίες, τις ελπίδες. Αντλούν από την
ατέλειωτη Πίστη και Αγάπη του Θεού και τη διαχέουν στον κόσμο μας. Έτσι, για να
ξεκουραστεί ο οδοιπόρος, να πιεί νερό ο διψασμένος, να βρει στέγη ο ξένος και ο
άστεγος, να βρει το δρόμο του ο αλήτης…
Υπάρχουν
άνθρωποι, με Θεού φώτιση, που αφουγκράζονται το φτερούγισμα των αγίων. Και
γίνονται το μέσο για να φανερωθεί η αγάπη του Θεού στον άνθρωπο, να αγιαστεί η
φύση των πραγμάτων από τη Θεία Χάρη… Το μέσο… «κάποιος φυτεύει, κάποιος
ποτίζει μα ο αυξάνων είναι ο Θεός»…
«26
Σεπτεμβρίου 1970, ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου γίνομαι μοναχός. Ο
αείμνηστος Χρυσόστομος Βούλτσος, τότε επίσκοπος Δωδώνης, είδε ότι η επιθυμία
μου να αφοσιωθώ στο Θεό ήταν σωστή. Μου λέει μετά από συζήτηση: «Τράβα στο
μοναστήρι της Καστρίτσας και να κατέβεις το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου». Το πρωί
λειτουργία στο νησί. Κοινώνησα. Το απόγευμα έγινε η κουρά.
Έγινα
καλέγερος. Κάτι που επιθυμούσα, που δεν περίμενα να μου δώσει τόσα αυτός ο
δρόμος… Μετά από δύο χρόνια περίπου μου παραχωρείται το Μοναστήρι της Ντουραχάνης…»
« Η αγάπη για τα παιδιά προϋπήρχε. Από μικρός
με συγκινούσε, όταν έβλεπα πεινασμένα παιδιά. Όλη η φαντασία και τα όνειρά μου
ήταν να βρω μια σπηλιά που να έχει ψωμί, να τους δίνω.
Να
τους λέω: Φάτε παιδιά… Φάτε παιδιά… Η σπηλιά να μην αδειάζει ποτέ.
Με
τράνταξε μια κουβέντα του Χριστού προς τον Πέτρο: «Βόσκε τά ἀρνία μου». Και εγώ
πιάστηκα από τα παιδιά. Λαμπάδιασα από τη γραφή.
Η
φλόγα της επιθυμίας μεταβλήθηκε σε μέθη-καθήκον-υποχρέωση να ανταποκριθώ».
Μαζί
μια ομάδα ανθρώπων έτοιμη να ανταποκριθεί στο κάλεσμα…
Οι δυσκολίες και τα εμπόδια πάρα πολλά… Αλλά η
πίστη στο Θεό κάνει θαύματα…
26
Σεπτεμβρίου 1979 ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου … Επιτέλους δίνεται η
άδεια για να ξεκινήσει το χτίσιμο. Τον Οκτώβριο τα έργα ξεκινούν. Με μηδέν
χρήματα στην τσέπη και το «σκούφωνε ξεσκούφωνε». Δανεικά για να ξεπληρωθούν τα
δανεικά. Και ο ιδρώτας όλος από εθελοντές που βάλθηκαν με Θεού δύναμη να κάνουν
το όνειρο πραγματικότητα…
Παρόλες
τις δυσκολίες το οικοτροφείο και το σχολείο στήθηκαν και περίμεναν τα πρώτα
παιδικά χαμόγελα…
26
Σεπτεμβρίου 1981 ανήμερα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου…
«αν
και έλλειπε ακόμα ένα χαρτί-παίρνουμε την άδεια λειτουργίας και γίνονται τα
εγκαίνια. Παλαίψαμε να ξεπεράσουμε την μπόρα. Δεκαεφτά μήνες περιμέναμε για την
έγκριση. Τελικά δόθηκε από το Νομάρχη».
«Το
χέρι της Παναγίας και των αγίων του Θεού επεμβαίνει ως σήμερα. Με την ευλογία
του Ευαγγελιστή Ιωάννη, με τη συνδρομή της προσευχής και τη συμπαράσταση του
κόσμου, το έργο πήρε σάρκα και οστά. Αποφασίζουμε αυτή τη μέρα κάθε χρόνο να τη
γιορτάζουμε βάζοντάς την βάση για
οποιοδήποτε σημαντικό ξεκίνημα. Η παράκληση στον προστάτη Ἅγιο Ἰωάννη να
υπάρχει αγάπη». Η διήγηση από το γέροντα μας ♱π. Αθανάσιο Χατζή, από διάφορες συνεντεύξεις και κηρύγματα.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο. Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού». Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;... Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά: -Τι ζητείται; -Ραββί, που μένεις; του απαντούν. -Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...
Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας. Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον Κεφ. Η. 34 – 38, θ. 1.
«Τω καιρώ εκείνω, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς: όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τί γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο Υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς: αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει».
Απόδοση: Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τί μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ’ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας διαβεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού». (Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη) Ομιλία του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, περί της αληθούς ελευθερίας «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν. Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητον, ελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία,